Οι Ιεροί Κανόνες Πενθέκτη Κανόνας 1
Κανόνας 1 Η πίστη των έξι Συνόδων φυλάσσεται αναλλοίωτη
Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου
Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (Εν Τρούλλω) · Κωνσταντινούπολη, 691 έως 692 · συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ · Η Πενθέκτη Σύνοδος (Εν Τρούλλω, 692) στον χάρτη
Άριστη τάξη είναι, στην αρχή κάθε λόγου και κάθε πράγματος, να αρχίζει κανείς από τον Θεό και να αναπαύεται στον Θεό, κατά τη φωνή του Θεολόγου. Γι’ αυτό, αφού και η ευσέβεια κηρύσσεται ήδη από εμάς διαπρυσίως, και η Εκκλησία, της οποίας θεμέλιο τέθηκε ο Χριστός, αυξάνει και προκόπτει διαρκώς, ώστε να υπερεκτείνεται πέρα από τους κέδρους του Λιβάνου· και τώρα, κάνοντας με τη θεία χάρη αρχή των ιερών λόγων, ορίζουμε να φυλάσσουμε ακαινοτόμητη και άτρωτη την πίστη που μας παραδόθηκε από τους αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου, τους θεόκριτους Αποστόλους· και επιπλέον από τους τριακόσιους δέκα οκτώ αγίους και μακαρίους Πατέρες, που συνήλθαν στη Νίκαια επί Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, κατά του δυσσεβούς Αρείου και της εθνικής ετεροθεΐας, ή, για να το πούμε κυριολεκτικότερα, πολυθεΐας, που αυτός δογμάτισε· αυτοί, με την ομογνωμοσύνη της πίστεως, μας αποκάλυψαν και διατράνωσαν το ομοούσιο στις τρεις υποστάσεις της θεαρχικής φύσεως, μη επιτρέποντας να μένει αυτό κρυμμένο κάτω από τον μόδιο της αγνωσίας, αλλά διδάσκοντας φανερά τους πιστούς να προσκυνούν τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα με μία προσκύνηση· και γκρέμισαν και διέσπασαν τη δοξασία περί άνισων βαθμών της Θεότητος, και κατέβαλαν και ανέτρεψαν τα παιδαριώδη αθύρματα που έστησαν από άμμο οι αιρετικοί κατά της Ορθοδοξίας· ομοίως δε κρατύνουμε και την πίστη που κηρύχθηκε επί του μεγάλου Θεοδοσίου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, από τους εκατόν πενήντα αγίους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη, ασπαζόμενοι τις θεολογικές φωνές και αποδιώκοντας, μαζί με τους προγενέστερους εχθρούς της αλήθειας, τον βέβηλο Μακεδόνιο, που τόλμησε με αυθάδεια να θεωρήσει δούλο το δεσπόζον και προτίμησε να σχίσει ληστρικά την άτμητη μονάδα, ώστε να μην είναι για εμάς πλήρες το μυστήριο της ελπίδας· και καταδικάζοντας μαζί με αυτόν τον βδελυρό, που λύσσαξε και κατά της αλήθειας, και τον Απολλινάριο, τον μύστη της κακίας, ο οποίος ξεστόμισε δυσσεβώς ότι ο Κύριος προσέλαβε σώμα χωρίς νου και χωρίς ψυχή, συμπεραίνοντας έτσι και αυτός ότι η σωτηρία μας έγινε ατελής. Αλλά επισφραγίζουμε επίσης, ως άρρηκτο κράτος της ευσέβειας, και τα διδάγματα που εξέθεσαν οι διακόσιοι θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν παλαιότερα στην πόλη των Εφεσίων επί Θεοδοσίου, του υιού του Αρκαδίου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, κηρύσσοντας έναν Χριστό, τον Υιό του Θεού, και όταν σαρκώθηκε, και δοξάζοντας Εκείνη που Τον γέννησε ασπόρως, την άχραντη Αειπάρθενο, κυρίως και κατ’ αλήθειαν Θεοτόκο· και αποδιώκοντας, ως εξορισμένη από τη θεία μερίδα, τη ληρώδη διαίρεση του Νεστορίου, που δογμάτιζε ότι ο ένας Χριστός είναι χωριστά άνθρωπος και χωριστά Θεός, και ανανέωνε την ιουδαϊκή δυσσέβεια. Όχι μόνο αυτό, αλλά επικυρώνουμε ορθοδόξως και την πίστη που στηλογράφησαν οι εξακόσιοι τριάντα θεόκριτοι Πατέρες στη μητρόπολη των Χαλκηδονίων επί Μαρκιανού, ο οποίος και αυτός υπήρξε βασιλέας μας· αυτή παρέδωσε μεγαλοφώνως στα πέρατα ότι ο ένας Χριστός, ο Υιός του Θεού, είναι συντεθειμένος από δύο φύσεις και δοξάζεται στις ίδιες αυτές δύο φύσεις, και έδιωξε από τους ιερούς περιβόλους της Εκκλησίας, ως κάτι αποτρόπαιο και μίασμα, τον ματαιόφρονα Ευτυχή, που αποφάνθηκε ότι το μέγα μυστήριο της οικονομίας τελέστηκε κατά δόκηση· και μαζί με αυτόν και τον Νεστόριο και τον Διόσκορο, τον μεν υπερασπιστή και πρόμαχο της διαιρέσεως, τον δε της συγχύσεως, οι οποίοι από τα διαμετρικά αντίθετα άκρα της ασέβειας έπεσαν στο ένα βάραθρο της απώλειας και της αθεΐας. Αλλά και τις ευσεβείς φωνές των εκατόν εξήντα πέντε θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη επί Ιουστινιανού, του βασιλέα μας που κοιμήθηκε ευσεβώς, τις αναγνωρίζουμε ως εκφωνημένες από το Πνεύμα, και τις διδάσκουμε σε όσους έρχονται μετά από εμάς. Αυτοί αναθεμάτισαν συνοδικώς και βδελύχθηκαν τον Θεόδωρο Μοψουεστίας, τον διδάσκαλο του Νεστορίου, και τον Ωριγένη και τον Δίδυμο και τον Ευάγριο, που ανέπλασαν τις ελληνικές μυθοπλασίες και μας εξιστόρησαν περιόδους και αλλοιώσεις κάποιων σωμάτων και ψυχών με τις παραφορές και τις ονειροπολήσεις του νου, και παροίνησαν δυσσεβώς κατά της αναβιώσεως των νεκρών· και όσα έγραψε ο Θεοδώρητος κατά της ορθής πίστεως και κατά των δώδεκα κεφαλαίων του μακαρίου Κυρίλλου, και την επιστολή που λέγεται ότι είναι του Ίβα. Και την πίστη της έκτης αγίας Συνόδου, που συγκεντρώθηκε πρόσφατα σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη επί του βασιλέα μας Κωνσταντίνου, ο οποίος βρίσκεται στη θεία ανάπαυση, η οποία έλαβε το κύρος της πληρέστερα, καθώς ο ευσεβής βασιλέας ασφάλισε με σφραγίδες τους τόμους της για ασφάλεια σε όλους τους αιώνες, ομολογούμε και πάλι ότι τη φυλάσσουμε απαραβίαστη· αυτή διασάφησε θεοφιλώς ότι πρέπει να πρεσβεύουμε δύο φυσικές θελήσεις, δηλαδή θελήματα, και δύο φυσικές ενέργειες στην ένσαρκη οικονομία του ενός Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού· καταδικάζοντας με την ψήφο της ευσέβειας όσους παραχάραξαν το ευθύ δόγμα της αλήθειας και δίδαξαν στους λαούς ένα θέλημα και μία ενέργεια στον ένα Κύριο, τον Θεό μας Ιησού Χριστό· εννοούμε τον Θεόδωρο Φαράν, τον Κύρο Αλεξανδρείας, τον Ονώριο Ρώμης, τον Σέργιο, τον Πύρρο, τον Παύλο, τον Πέτρο, που προήδρευσαν σε αυτή τη θεοφύλακτη πόλη, τον Μακάριο, που υπήρξε επίσκοπος των Αντιοχέων, τον Στέφανο, τον μαθητή του, και τον άφρονα Πολυχρόνιο· διατηρώντας έτσι ανέπαφο το κοινό σώμα του Χριστού του Θεού μας. Και, για να τα πούμε συνοπτικά, θεσπίζουμε να κρατεί σταθερή και να διαμένει ασάλευτη ως τη συντέλεια του αιώνος η πίστη όλων των ανδρών που διέπρεψαν στην Εκκλησία του Θεού, οι οποίοι έγιναν φωστήρες στον κόσμο, κρατώντας τον λόγο της ζωής, καθώς και τα θεοπαράδοτα συγγράμματα και δόγματά τους· απορρίπτοντας και αναθεματίζοντας όλους όσους εκείνοι απέρριψαν και αναθεμάτισαν, ως εχθρούς της αλήθειας, που φρύαξαν μάταια κατά του Θεού και μελέτησαν αδικία εις ύψος. Αν δε κάποιος, οποιοσδήποτε και αν είναι, δεν κρατεί και δεν ασπάζεται τα προαναφερθέντα δόγματα της ευσέβειας, και δεν φρονεί και δεν κηρύσσει έτσι, αλλά επιχειρεί να πορευθεί αντίθετα προς αυτά, να είναι ανάθεμα, κατά τον όρο που έχει ήδη εκτεθεί από τους προαναφερθέντες αγίους και μακαρίους Πατέρες, και να εξωθείται και να εκπίπτει από τον χριστιανικό κατάλογο ως αλλότριος. Διότι εμείς αποφασίσαμε ολοκληρωτικά ούτε να προσθέσουμε κάτι ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε από όσα έχουν ήδη οριστεί, ούτε και μπορούμε με οποιονδήποτε τρόπο.
Τάξις ἀρίστη, παντὸς ἀρχομένου καὶ λόγου καὶ πράγματος, ἐκ Θεοῦ τε ἄρχεσθαι, καὶ εἰς Θεὸν ἀναπαύεσθαι, κατὰ τὴν θεολόγον φωνήν. Ὅθεν, καὶ τῆς εὐσεβείας ὑφ᾿ ἡμῶν ἤδη διαπρυσίως κηρυττομένης, καὶ τῆς ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ᾗ Χριστὸς τεθεμελίωται, διηνεκῶς αὐξανούσης καὶ προκοπτούσης, ὡς τῶν τοῦ Λιβάνου κέδρων ταύτην ὑπερεκτείνεσθαι· καὶ νῦν ἀρχὴν τῶν ἱερῶν ποιούμενοι λόγων χάριτι θείᾳ, ὁρίζομεν, ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον φυλάττειν τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τε τῶν αὐτοπτῶν καὶ ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων· ἔτι δὲ καὶ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, τῶν ἐν Νικαίᾳ συνελθόντων ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, κατ᾿ Ἀρείου τοῦ δυσσεβοῦς, καὶ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ δογματισθείσης ἐθνικῆς ἑτεροθεΐας, ἢ πολυθεΐας, εἰπεῖν οἰκειότερον· οἳ τῇ ὁμογνωμοσύνῃ τῆς πίστεως τὸ ὁμοούσιον ἡμῖν ἐπὶ τῶν τριῶν τῆς θεαρχικῆς φύσεως ὑποστάσεων ἀπεκάλυψάν τε καὶ διετράνωσαν, μὴ ἐπικεκρύφθαι τῷ μοδίῳ τῆς ἀγνωσίας τοῦτο παραχωρήσαντες, ἀλλὰ τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱόν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα προσκυνεῖν μιᾷ προσκυνήσει τοὺς πιστοὺς ἀναφανδὸν ἐκδιδάξαντες· καὶ τήν τε τῶν ἀνίσων βαθμῶν τῆς Θεότητος δόξαν καθελόντες καὶ διασπάσαντες, τά τε ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν συστάντα ἐκ ψάμμου κατὰ τῆς ὀρθοδοξίας μειρακιώδη ἀθύρματα καταβαλόντες καὶ ἀνατρέψαντες· ὡσαύτως δὲ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, ὑπὸ τῶν ἐν ταύτῃ τῇ βασιλίδι πόλει συναχθέντων ἑκατὸν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων κηρυχθεῖσαν πίστιν κρατύνομεν, τὰς θεολόγους φωνὰς ἀσπαζόμενοι, καὶ τὸν βέβηλον Μακεδόνιον τοῖς προτέροις ἐχθροῖς τῆς ἀληθείας συνεξελαύνοντες, ὡς δοῦλον αὐθαδῶς τὸ δεσπόζον δοξᾶσαι τολμήσαντα, καὶ σχίσαι τὴν ἄτμητον μονάδα λῃστρικῶς προελόμενον, ὡς ἂν μὴ ἐντελὲς ἡμῖν τὸ τῆς ἐλπίδος εἴη μυστήριον· τῷ βδελυρῷ τούτῳ καὶ κατὰ τῆς ἀληθείας λυττήσαντι, καὶ Ἀπολλινάριον, τὸν τῆς κακίας μύστην, συγκατακρίναντες, ὃς ἄνουν καὶ ἄψυχον τὸν Κύριον ἀνειληφέναι σῶμα δυσσεβῶς ἐξηρεύξατο, ἐντεῦθεν καὶ οὗτος ἀτελῆ τὴν σωτηρίαν ἡμῖν γενέσθαι συλλογιζόμενος. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ παρὰ τῶν ἐν τῇ Ἐφεσίων πόλει τὸ πρότερον συναχθέντων ἐπὶ Θεοδοσίου, τοῦ υἱοῦ Ἀρκαδίου, γενομένου ἡμῶν βασιλέως, διακοσίων Θεοφόρων Πατέρων ἐκτεθέντα διδάγματα, ὡς κράτος ἀῤῥαγὲς τῆς εὐσεβείας, ἐπισφραγίζομεν, ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ σαρκωθέντα κηρύττοντες, καὶ τὴν αὐτὸν ἀσπόρως τεκοῦσαν ἄχραντον ἀειπάρθενον, κυρίως καὶ κατὰ ἀλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες· καὶ τὴν ληρώδη τοῦ Νεστορίου διαίρεσιν, ὡς ἀπῳκισμένην θείας μοίρας ἀποδιώκοντες, ἄνθρωπον ἰδικῶς, καὶ Θεὸν ἰδικῶς, τὸν ἕνα Χριστὸν δογματίζοντος, καὶ τὴν ἰουδαϊκὴν ἀνανεοῦντος δυσσέβειαν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν Χαλκηδονέων μητροπόλει ἐπὶ Μαρκιανοῦ, καὶ αὐτοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα θεοκρίτων Πατέρων στηλογραφηθεῖσαν πίστιν ὀρθοδόξως ἐπικυροῦμεν· ἥτις τὸν ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ δύο συντεθέντα τῶν φύσεων, καὶ ἐν δύο ταῖς αὐταῖς δοξαζόμενον φύσεσι, μεγαλοφώνως τοῖς πέρασι παραδέδωκε, καὶ Εὐτυχέα τὸν ματαιόφρονα, τὸν δοκήσει τὸ μέγα τῆς οἰκονομίας μυστήριον τελεσθῆναι ἀποφηνάμενον, ὡς ἀποτρόπαιόν τι καὶ μίασμα τῶν ἱερῶν τῆς ἐκκλησίας περιβόλων ἐξήλασε· σὺν αὐτῷ δὲ καὶ Νεστόριον, καὶ Διόσκορον, τὸν μέν, τῆς διαιρέσεως, τὸν δέ, τῆς συγχύσεως ὑπερασπιστήν τε καὶ πρόμαχον, τοὺς ἐκ διαμέτρου τῆς ἀσεβείας πρὸς ἓν ἐκπεπτωκότας ἀπωλείας καὶ ἀθεότητος βάραθρον. Ἀλλά γε καὶ τὰς εὐσεβεῖς φωνὰς τῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε Θεοφόρων Πατέρων, τῶν κατὰ ταύτην τὴν βασιλίδα συναγηγερμένων πόλιν, ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ, τοῦ τῆς εὐσεβοῦς λήξεως γενομένου ἡμῶν βασιλέως, ὡς ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἐξενεχθείσας γινώσκομεν, καὶ τοὺς μεθ᾿ ἡμᾶς ἐκδιδάσκομεν. Οἳ Θεόδωρον τὸν Μοψουεστίας, τὸν Νεστορίου διδάσκαλον, Ὠριγένην τε, καὶ Δίδυμον, καὶ Εὐάγριον, τοὺς τὰς ἑλληνικὰς ἀναπλασαμένους μυθοποιΐας, καὶ σωμάτων τινῶν, καὶ ψυχῶν ἡμῖν περιόδους, καὶ ἀλλοιώσεις ἀναπεμπάσαντας ταῖς τοῦ νοῦ παραφοραῖς τε, καὶ ὀνειρώξεσι, καὶ εἰς τὴν τῶν νεκρῶν δυσσεβῶς ἐμπαροινήσαντας ἀναβίωσιν· τά τε γραφέντα παρὰ Θεοδωρήτου κατὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, καὶ τῶν δώδεκα κεφαλαίων τοῦ μακαρίου Κυρίλλου, καὶ τὴν λεγομένην Ἴβα ἐπιστολήν, συνοδικῶς ἀνεθεμάτισάν τε καὶ ἐβδελύξαντο. Καὶ τὴν ὑπὸ τῆς ἔναγχος συναθροισθείσης κατὰ ταύτην τὴν βασιλίδα πόλιν, ἐπὶ τοῦ ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενομένου ἡμῶν βασιλέως Κωνσταντίνου, ἕκτης ἁγίας συνόδου πίστιν, ἣ μειζόνως τὸ κῦρος ἐδέξατο, δι᾿ ὧν ὁ εὐσεβὴς βασιλεὺς σφραγίσι τοὺς ταύτης τόμους κατησφαλίσατο, πρὸς τὴν ἐν τῷ παντὶ αἰῶνι ἀσφάλειαν, καὶ αὖθις ὁμολογοῦμεν φυλάττειν ἀπαρεγχείρητον· ἣ δύο φυσικὰς θελήσεις, ἤτοι θελήματα, καὶ δύο φυσικὰς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δοξάζειν ἡμᾶς θεοφιλῶς διεσάφησε· τοὺς τὸ εὐθὲς τῆς ἀληθείας δόγμα παραχαράξαντας, καὶ ἓν θέλημα, καὶ μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοὺς λαοὺς ἐκδιδάξαντας, τῇ τῆς εὐσεβείας ψήφῳ καταδικάσασα· φαμέν, Θεόδωρον τὸν τῆς Φαράν, Κῦρον τὸν Ἀλεξανδρείας, Ὁνώριον τὸν Ῥώμης, Σέργιον, Πύρρον, Παῦλον, Πέτρον, τοὺς ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ προεδρεύσαντας πόλει, Μακάριον, τὸν γενόμενον τῆς Ἀντιοχέων ἐπίσκοπον, Στέφανον τὸν αὐτοῦ μαθητήν, καὶ τὸν ἄφρονα Πολυχρόνιον· ἐντεῦθεν ἀνέπαφον τηροῦσα τὸ κοινὸν σῶμα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ συνελόντα φάναι, πάντων τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ διαπρεψάντων ἀνδρῶν, οἳ γεγόνασι φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐτῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ δόγματα, πάντας ἀποβαλλόμενοί τε, καὶ ἀναθεματίζοντες, οὓς ἀπέβαλον, καὶ ἀνεθεμάτισαν, ὡς τῆς ἀληθείας ἐχθρούς, καὶ κατὰ Θεοῦ φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδικίαν εἰς ὕψος ἐκμελετήσαντας. Εἰ δέ τις τῶν ἁπάντων μὴ τὰ προειρημένα τῆς εὐσεβείας δόγματα κρατοῖ καὶ ἀσπάζοιτο, καὶ οὕτω δοξάζοι τε, καὶ κηρύττοι, ἀλλ᾿ ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω ἀνάθεμα, κατὰ τὸν ἤδη ἐκτεθέντα ὅρον ὑπὸ τῶν προδηλωθέντων ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, καὶ τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω. Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τὰ προορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν, ἢ καθ᾿ ὁντιναοῦν δεδυνήμεθα λόγον.
Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (Εν Τρούλλω), οι κανόνες
Απόδοση στη νέα ελληνική: του ίδιου του ιστότοπου, από το πρωτότυπο που βρίσκεται δίπλα. Πρωτότυπο: το κείμενο του Πηδαλίου, όπως μεταγράφηκε στο users.uoa.gr/~nektar και διορθώθηκε εδώ. Σχετικά με αυτά τα κείμενα.