ΦιλοκαλίαΧάρτης γνώσης

Οι Ιεροί Κανόνες Πενθέκτη

Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (Εν Τρούλλω)

Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου

Κωνσταντινούπολη, 691 έως 692 · συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ · 102 κανόνες · Η Πενθέκτη Σύνοδος (Εν Τρούλλω, 692) στον χάρτη

Εκατόν δύο κανόνες, το μεγαλύτερο σώμα νομοθεσίας που έδωσε ποτέ σύνοδος στην Εκκλησία. Η Ε΄ και η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος είχαν ορίσει το δόγμα χωρίς να εκδώσουν κανόνες, γι’ αυτό οι επίσκοποι συνήλθαν ξανά στη θολωτή αίθουσα (τον Τρούλλο) του παλατιού για να τους θεσπίσουν: η Πενθέκτη, δηλαδή η «Πέμπτη-Έκτη». Ο δεύτερος κανόνας της κατονομάζει κάθε συλλογή που δέχεται η Εκκλησία, από τους Αποστολικούς Κανόνες ως τους Πατέρες· οι υπόλοιποι ρυθμίζουν τον κλήρο, τα μοναστήρια, τη λατρεία, τις νηστείες, τον γάμο, τις εικόνες και την υποδοχή των αιρετικών.

Κανόνας 1 Η πίστη των έξι Συνόδων φυλάσσεται αναλλοίωτη

Άριστη τάξη είναι, στην αρχή κάθε λόγου και κάθε πράγματος, να αρχίζει κανείς από τον Θεό και να αναπαύεται στον Θεό, κατά τη φωνή του Θεολόγου. Γι’ αυτό, αφού και η ευσέβεια κηρύσσεται ήδη από εμάς διαπρυσίως, και η Εκκλησία, της οποίας θεμέλιο τέθηκε ο Χριστός, αυξάνει και προκόπτει διαρκώς, ώστε να υπερεκτείνεται πέρα από τους κέδρους του Λιβάνου· και τώρα, κάνοντας με τη θεία χάρη αρχή των ιερών λόγων, ορίζουμε να φυλάσσουμε ακαινοτόμητη και άτρωτη την πίστη που μας παραδόθηκε από τους αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου, τους θεόκριτους Αποστόλους· και επιπλέον από τους τριακόσιους δέκα οκτώ αγίους και μακαρίους Πατέρες, που συνήλθαν στη Νίκαια επί Κωνσταντίνου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, κατά του δυσσεβούς Αρείου και της εθνικής ετεροθεΐας, ή, για να το πούμε κυριολεκτικότερα, πολυθεΐας, που αυτός δογμάτισε· αυτοί, με την ομογνωμοσύνη της πίστεως, μας αποκάλυψαν και διατράνωσαν το ομοούσιο στις τρεις υποστάσεις της θεαρχικής φύσεως, μη επιτρέποντας να μένει αυτό κρυμμένο κάτω από τον μόδιο της αγνωσίας, αλλά διδάσκοντας φανερά τους πιστούς να προσκυνούν τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα με μία προσκύνηση· και γκρέμισαν και διέσπασαν τη δοξασία περί άνισων βαθμών της Θεότητος, και κατέβαλαν και ανέτρεψαν τα παιδαριώδη αθύρματα που έστησαν από άμμο οι αιρετικοί κατά της Ορθοδοξίας· ομοίως δε κρατύνουμε και την πίστη που κηρύχθηκε επί του μεγάλου Θεοδοσίου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, από τους εκατόν πενήντα αγίους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη, ασπαζόμενοι τις θεολογικές φωνές και αποδιώκοντας, μαζί με τους προγενέστερους εχθρούς της αλήθειας, τον βέβηλο Μακεδόνιο, που τόλμησε με αυθάδεια να θεωρήσει δούλο το δεσπόζον και προτίμησε να σχίσει ληστρικά την άτμητη μονάδα, ώστε να μην είναι για εμάς πλήρες το μυστήριο της ελπίδας· και καταδικάζοντας μαζί με αυτόν τον βδελυρό, που λύσσαξε και κατά της αλήθειας, και τον Απολλινάριο, τον μύστη της κακίας, ο οποίος ξεστόμισε δυσσεβώς ότι ο Κύριος προσέλαβε σώμα χωρίς νου και χωρίς ψυχή, συμπεραίνοντας έτσι και αυτός ότι η σωτηρία μας έγινε ατελής. Αλλά επισφραγίζουμε επίσης, ως άρρηκτο κράτος της ευσέβειας, και τα διδάγματα που εξέθεσαν οι διακόσιοι θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν παλαιότερα στην πόλη των Εφεσίων επί Θεοδοσίου, του υιού του Αρκαδίου, ο οποίος υπήρξε βασιλέας μας, κηρύσσοντας έναν Χριστό, τον Υιό του Θεού, και όταν σαρκώθηκε, και δοξάζοντας Εκείνη που Τον γέννησε ασπόρως, την άχραντη Αειπάρθενο, κυρίως και κατ’ αλήθειαν Θεοτόκο· και αποδιώκοντας, ως εξορισμένη από τη θεία μερίδα, τη ληρώδη διαίρεση του Νεστορίου, που δογμάτιζε ότι ο ένας Χριστός είναι χωριστά άνθρωπος και χωριστά Θεός, και ανανέωνε την ιουδαϊκή δυσσέβεια. Όχι μόνο αυτό, αλλά επικυρώνουμε ορθοδόξως και την πίστη που στηλογράφησαν οι εξακόσιοι τριάντα θεόκριτοι Πατέρες στη μητρόπολη των Χαλκηδονίων επί Μαρκιανού, ο οποίος και αυτός υπήρξε βασιλέας μας· αυτή παρέδωσε μεγαλοφώνως στα πέρατα ότι ο ένας Χριστός, ο Υιός του Θεού, είναι συντεθειμένος από δύο φύσεις και δοξάζεται στις ίδιες αυτές δύο φύσεις, και έδιωξε από τους ιερούς περιβόλους της Εκκλησίας, ως κάτι αποτρόπαιο και μίασμα, τον ματαιόφρονα Ευτυχή, που αποφάνθηκε ότι το μέγα μυστήριο της οικονομίας τελέστηκε κατά δόκηση· και μαζί με αυτόν και τον Νεστόριο και τον Διόσκορο, τον μεν υπερασπιστή και πρόμαχο της διαιρέσεως, τον δε της συγχύσεως, οι οποίοι από τα διαμετρικά αντίθετα άκρα της ασέβειας έπεσαν στο ένα βάραθρο της απώλειας και της αθεΐας. Αλλά και τις ευσεβείς φωνές των εκατόν εξήντα πέντε θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη επί Ιουστινιανού, του βασιλέα μας που κοιμήθηκε ευσεβώς, τις αναγνωρίζουμε ως εκφωνημένες από το Πνεύμα, και τις διδάσκουμε σε όσους έρχονται μετά από εμάς. Αυτοί αναθεμάτισαν συνοδικώς και βδελύχθηκαν τον Θεόδωρο Μοψουεστίας, τον διδάσκαλο του Νεστορίου, και τον Ωριγένη και τον Δίδυμο και τον Ευάγριο, που ανέπλασαν τις ελληνικές μυθοπλασίες και μας εξιστόρησαν περιόδους και αλλοιώσεις κάποιων σωμάτων και ψυχών με τις παραφορές και τις ονειροπολήσεις του νου, και παροίνησαν δυσσεβώς κατά της αναβιώσεως των νεκρών· και όσα έγραψε ο Θεοδώρητος κατά της ορθής πίστεως και κατά των δώδεκα κεφαλαίων του μακαρίου Κυρίλλου, και την επιστολή που λέγεται ότι είναι του Ίβα. Και την πίστη της έκτης αγίας Συνόδου, που συγκεντρώθηκε πρόσφατα σε αυτή τη βασιλεύουσα πόλη επί του βασιλέα μας Κωνσταντίνου, ο οποίος βρίσκεται στη θεία ανάπαυση, η οποία έλαβε το κύρος της πληρέστερα, καθώς ο ευσεβής βασιλέας ασφάλισε με σφραγίδες τους τόμους της για ασφάλεια σε όλους τους αιώνες, ομολογούμε και πάλι ότι τη φυλάσσουμε απαραβίαστη· αυτή διασάφησε θεοφιλώς ότι πρέπει να πρεσβεύουμε δύο φυσικές θελήσεις, δηλαδή θελήματα, και δύο φυσικές ενέργειες στην ένσαρκη οικονομία του ενός Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού· καταδικάζοντας με την ψήφο της ευσέβειας όσους παραχάραξαν το ευθύ δόγμα της αλήθειας και δίδαξαν στους λαούς ένα θέλημα και μία ενέργεια στον ένα Κύριο, τον Θεό μας Ιησού Χριστό· εννοούμε τον Θεόδωρο Φαράν, τον Κύρο Αλεξανδρείας, τον Ονώριο Ρώμης, τον Σέργιο, τον Πύρρο, τον Παύλο, τον Πέτρο, που προήδρευσαν σε αυτή τη θεοφύλακτη πόλη, τον Μακάριο, που υπήρξε επίσκοπος των Αντιοχέων, τον Στέφανο, τον μαθητή του, και τον άφρονα Πολυχρόνιο· διατηρώντας έτσι ανέπαφο το κοινό σώμα του Χριστού του Θεού μας. Και, για να τα πούμε συνοπτικά, θεσπίζουμε να κρατεί σταθερή και να διαμένει ασάλευτη ως τη συντέλεια του αιώνος η πίστη όλων των ανδρών που διέπρεψαν στην Εκκλησία του Θεού, οι οποίοι έγιναν φωστήρες στον κόσμο, κρατώντας τον λόγο της ζωής, καθώς και τα θεοπαράδοτα συγγράμματα και δόγματά τους· απορρίπτοντας και αναθεματίζοντας όλους όσους εκείνοι απέρριψαν και αναθεμάτισαν, ως εχθρούς της αλήθειας, που φρύαξαν μάταια κατά του Θεού και μελέτησαν αδικία εις ύψος. Αν δε κάποιος, οποιοσδήποτε και αν είναι, δεν κρατεί και δεν ασπάζεται τα προαναφερθέντα δόγματα της ευσέβειας, και δεν φρονεί και δεν κηρύσσει έτσι, αλλά επιχειρεί να πορευθεί αντίθετα προς αυτά, να είναι ανάθεμα, κατά τον όρο που έχει ήδη εκτεθεί από τους προαναφερθέντες αγίους και μακαρίους Πατέρες, και να εξωθείται και να εκπίπτει από τον χριστιανικό κατάλογο ως αλλότριος. Διότι εμείς αποφασίσαμε ολοκληρωτικά ούτε να προσθέσουμε κάτι ούτε βέβαια να αφαιρέσουμε από όσα έχουν ήδη οριστεί, ούτε και μπορούμε με οποιονδήποτε τρόπο.

Τάξις ἀρίστη, παντὸς ἀρχομένου καὶ λόγου καὶ πράγματος, ἐκ Θεοῦ τε ἄρχεσθαι, καὶ εἰς Θεὸν ἀναπαύεσθαι, κατὰ τὴν θεολόγον φωνήν. Ὅθεν, καὶ τῆς εὐσεβείας ὑφ᾿ ἡμῶν ἤδη διαπρυσίως κηρυττομένης, καὶ τῆς ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ᾗ Χριστὸς τεθεμελίωται, διηνεκῶς αὐξανούσης καὶ προκοπτούσης, ὡς τῶν τοῦ Λιβάνου κέδρων ταύτην ὑπερεκτείνεσθαι· καὶ νῦν ἀρχὴν τῶν ἱερῶν ποιούμενοι λόγων χάριτι θείᾳ, ὁρίζομεν, ἀκαινοτόμητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον φυλάττειν τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τε τῶν αὐτοπτῶν καὶ ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου, τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων· ἔτι δὲ καὶ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, τῶν ἐν Νικαίᾳ συνελθόντων ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, κατ᾿ Ἀρείου τοῦ δυσσεβοῦς, καὶ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ δογματισθείσης ἐθνικῆς ἑτεροθεΐας, ἢ πολυθεΐας, εἰπεῖν οἰκειότερον· οἳ τῇ ὁμογνωμοσύνῃ τῆς πίστεως τὸ ὁμοούσιον ἡμῖν ἐπὶ τῶν τριῶν τῆς θεαρχικῆς φύσεως ὑποστάσεων ἀπεκάλυψάν τε καὶ διετράνωσαν, μὴ ἐπικεκρύφθαι τῷ μοδίῳ τῆς ἀγνωσίας τοῦτο παραχωρήσαντες, ἀλλὰ τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱόν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα προσκυνεῖν μιᾷ προσκυνήσει τοὺς πιστοὺς ἀναφανδὸν ἐκδιδάξαντες· καὶ τήν τε τῶν ἀνίσων βαθμῶν τῆς Θεότητος δόξαν καθελόντες καὶ διασπάσαντες, τά τε ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν συστάντα ἐκ ψάμμου κατὰ τῆς ὀρθοδοξίας μειρακιώδη ἀθύρματα καταβαλόντες καὶ ἀνατρέψαντες· ὡσαύτως δὲ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, ὑπὸ τῶν ἐν ταύτῃ τῇ βασιλίδι πόλει συναχθέντων ἑκατὸν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων κηρυχθεῖσαν πίστιν κρατύνομεν, τὰς θεολόγους φωνὰς ἀσπαζόμενοι, καὶ τὸν βέβηλον Μακεδόνιον τοῖς προτέροις ἐχθροῖς τῆς ἀληθείας συνεξελαύνοντες, ὡς δοῦλον αὐθαδῶς τὸ δεσπόζον δοξᾶσαι τολμήσαντα, καὶ σχίσαι τὴν ἄτμητον μονάδα λῃστρικῶς προελόμενον, ὡς ἂν μὴ ἐντελὲς ἡμῖν τὸ τῆς ἐλπίδος εἴη μυστήριον· τῷ βδελυρῷ τούτῳ καὶ κατὰ τῆς ἀληθείας λυττήσαντι, καὶ Ἀπολλινάριον, τὸν τῆς κακίας μύστην, συγκατακρίναντες, ὃς ἄνουν καὶ ἄψυχον τὸν Κύριον ἀνειληφέναι σῶμα δυσσεβῶς ἐξηρεύξατο, ἐντεῦθεν καὶ οὗτος ἀτελῆ τὴν σωτηρίαν ἡμῖν γενέσθαι συλλογιζόμενος. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ παρὰ τῶν ἐν τῇ Ἐφεσίων πόλει τὸ πρότερον συναχθέντων ἐπὶ Θεοδοσίου, τοῦ υἱοῦ Ἀρκαδίου, γενομένου ἡμῶν βασιλέως, διακοσίων Θεοφόρων Πατέρων ἐκτεθέντα διδάγματα, ὡς κράτος ἀῤῥαγὲς τῆς εὐσεβείας, ἐπισφραγίζομεν, ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ σαρκωθέντα κηρύττοντες, καὶ τὴν αὐτὸν ἀσπόρως τεκοῦσαν ἄχραντον ἀειπάρθενον, κυρίως καὶ κατὰ ἀλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες· καὶ τὴν ληρώδη τοῦ Νεστορίου διαίρεσιν, ὡς ἀπῳκισμένην θείας μοίρας ἀποδιώκοντες, ἄνθρωπον ἰδικῶς, καὶ Θεὸν ἰδικῶς, τὸν ἕνα Χριστὸν δογματίζοντος, καὶ τὴν ἰουδαϊκὴν ἀνανεοῦντος δυσσέβειαν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐν Χαλκηδονέων μητροπόλει ἐπὶ Μαρκιανοῦ, καὶ αὐτοῦ γενομένου ἡμῶν βασιλέως, τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα θεοκρίτων Πατέρων στηλογραφηθεῖσαν πίστιν ὀρθοδόξως ἐπικυροῦμεν· ἥτις τὸν ἕνα Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ δύο συντεθέντα τῶν φύσεων, καὶ ἐν δύο ταῖς αὐταῖς δοξαζόμενον φύσεσι, μεγαλοφώνως τοῖς πέρασι παραδέδωκε, καὶ Εὐτυχέα τὸν ματαιόφρονα, τὸν δοκήσει τὸ μέγα τῆς οἰκονομίας μυστήριον τελεσθῆναι ἀποφηνάμενον, ὡς ἀποτρόπαιόν τι καὶ μίασμα τῶν ἱερῶν τῆς ἐκκλησίας περιβόλων ἐξήλασε· σὺν αὐτῷ δὲ καὶ Νεστόριον, καὶ Διόσκορον, τὸν μέν, τῆς διαιρέσεως, τὸν δέ, τῆς συγχύσεως ὑπερασπιστήν τε καὶ πρόμαχον, τοὺς ἐκ διαμέτρου τῆς ἀσεβείας πρὸς ἓν ἐκπεπτωκότας ἀπωλείας καὶ ἀθεότητος βάραθρον. Ἀλλά γε καὶ τὰς εὐσεβεῖς φωνὰς τῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε Θεοφόρων Πατέρων, τῶν κατὰ ταύτην τὴν βασιλίδα συναγηγερμένων πόλιν, ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ, τοῦ τῆς εὐσεβοῦς λήξεως γενομένου ἡμῶν βασιλέως, ὡς ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἐξενεχθείσας γινώσκομεν, καὶ τοὺς μεθ᾿ ἡμᾶς ἐκδιδάσκομεν. Οἳ Θεόδωρον τὸν Μοψουεστίας, τὸν Νεστορίου διδάσκαλον, Ὠριγένην τε, καὶ Δίδυμον, καὶ Εὐάγριον, τοὺς τὰς ἑλληνικὰς ἀναπλασαμένους μυθοποιΐας, καὶ σωμάτων τινῶν, καὶ ψυχῶν ἡμῖν περιόδους, καὶ ἀλλοιώσεις ἀναπεμπάσαντας ταῖς τοῦ νοῦ παραφοραῖς τε, καὶ ὀνειρώξεσι, καὶ εἰς τὴν τῶν νεκρῶν δυσσεβῶς ἐμπαροινήσαντας ἀναβίωσιν· τά τε γραφέντα παρὰ Θεοδωρήτου κατὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, καὶ τῶν δώδεκα κεφαλαίων τοῦ μακαρίου Κυρίλλου, καὶ τὴν λεγομένην Ἴβα ἐπιστολήν, συνοδικῶς ἀνεθεμάτισάν τε καὶ ἐβδελύξαντο. Καὶ τὴν ὑπὸ τῆς ἔναγχος συναθροισθείσης κατὰ ταύτην τὴν βασιλίδα πόλιν, ἐπὶ τοῦ ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενομένου ἡμῶν βασιλέως Κωνσταντίνου, ἕκτης ἁγίας συνόδου πίστιν, ἣ μειζόνως τὸ κῦρος ἐδέξατο, δι᾿ ὧν ὁ εὐσεβὴς βασιλεὺς σφραγίσι τοὺς ταύτης τόμους κατησφαλίσατο, πρὸς τὴν ἐν τῷ παντὶ αἰῶνι ἀσφάλειαν, καὶ αὖθις ὁμολογοῦμεν φυλάττειν ἀπαρεγχείρητον· ἣ δύο φυσικὰς θελήσεις, ἤτοι θελήματα, καὶ δύο φυσικὰς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δοξάζειν ἡμᾶς θεοφιλῶς διεσάφησε· τοὺς τὸ εὐθὲς τῆς ἀληθείας δόγμα παραχαράξαντας, καὶ ἓν θέλημα, καὶ μίαν ἐνέργειαν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοὺς λαοὺς ἐκδιδάξαντας, τῇ τῆς εὐσεβείας ψήφῳ καταδικάσασα· φαμέν, Θεόδωρον τὸν τῆς Φαράν, Κῦρον τὸν Ἀλεξανδρείας, Ὁνώριον τὸν Ῥώμης, Σέργιον, Πύρρον, Παῦλον, Πέτρον, τοὺς ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ προεδρεύσαντας πόλει, Μακάριον, τὸν γενόμενον τῆς Ἀντιοχέων ἐπίσκοπον, Στέφανον τὸν αὐτοῦ μαθητήν, καὶ τὸν ἄφρονα Πολυχρόνιον· ἐντεῦθεν ἀνέπαφον τηροῦσα τὸ κοινὸν σῶμα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ συνελόντα φάναι, πάντων τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ διαπρεψάντων ἀνδρῶν, οἳ γεγόνασι φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐτῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ δόγματα, πάντας ἀποβαλλόμενοί τε, καὶ ἀναθεματίζοντες, οὓς ἀπέβαλον, καὶ ἀνεθεμάτισαν, ὡς τῆς ἀληθείας ἐχθρούς, καὶ κατὰ Θεοῦ φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδικίαν εἰς ὕψος ἐκμελετήσαντας. Εἰ δέ τις τῶν ἁπάντων μὴ τὰ προειρημένα τῆς εὐσεβείας δόγματα κρατοῖ καὶ ἀσπάζοιτο, καὶ οὕτω δοξάζοι τε, καὶ κηρύττοι, ἀλλ᾿ ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω ἀνάθεμα, κατὰ τὸν ἤδη ἐκτεθέντα ὅρον ὑπὸ τῶν προδηλωθέντων ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, καὶ τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω. Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τὰ προορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν, ἢ καθ᾿ ὁντιναοῦν δεδυνήμεθα λόγον.

Κανόνας 2 Κύρωση των προγενέστερων κανόνων και απόρριψη των Αποστολικών Διατάξεων

Φάνηκε δε καλό σε αυτή την αγία Σύνοδο, κάλλιστα και με κάθε σπουδή, και τούτο: να μένουν και από τώρα και στο εξής βέβαιοι και ασφαλείς, για τη θεραπεία των ψυχών και την ίαση των παθών, οι ογδόντα πέντε κανόνες που έγιναν δεκτοί και κυρώθηκαν από τους πριν από εμάς αγίους και μακαρίους Πατέρες, και επιπλέον μας παραδόθηκαν στο όνομα των αγίων και ενδόξων Αποστόλων. Επειδή όμως στους κανόνες αυτούς μας δίνεται εντολή να δεχόμαστε τις Διατάξεις των ίδιων αγίων Αποστόλων διά του Κλήμεντος, στις οποίες παλαιά οι ετερόδοξοι, προς βλάβη της Εκκλησίας, παρενέβαλαν κάποια νόθα και ξένα προς την ευσέβεια, που αμαύρωσαν για εμάς το ευπρεπές κάλλος των θείων δογμάτων, κάναμε δεόντως την αποβολή αυτών των Διατάξεων, για την οικοδομή και την ασφάλεια του χριστιανικότατου ποιμνίου, μη εγκρίνοντας καθόλου τα κυήματα της αιρετικής ψευδολογίας ούτε παρεμβάλλοντάς τα στη γνήσια και ολόκληρη διδαχή των Αποστόλων. Επισφραγίζουμε δε και όλους τους υπόλοιπους ιερούς κανόνες που εξέθεσαν οι άγιοι και μακάριοι Πατέρες μας, δηλαδή των τριακοσίων δεκαοκτώ αγίων Πατέρων που συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια, και εκείνων της Αγκύρας· ακόμη και εκείνων της Νεοκαισαρείας, ομοίως και εκείνων της Γάγγρας· και εκτός από αυτούς και εκείνων της Αντιοχείας της Συρίας· αλλά και εκείνων της Λαοδικείας της Φρυγίας· επιπλέον και των εκατόν πενήντα που συνήλθαν σε αυτή τη θεοφύλακτη και βασιλεύουσα πόλη, και των διακοσίων που συγκεντρώθηκαν παλαιότερα στη μητρόπολη των Εφεσίων· και εκείνων της Χαλκηδόνας, των εξακοσίων τριάντα αγίων και μακαρίων Πατέρων· ομοίως και εκείνων της Σαρδικής· ακόμη και εκείνων της Καρθαγένης· και επιπλέον εκείνων που συνήλθαν πάλι σε αυτή τη θεοφύλακτη και βασιλεύουσα πόλη επί Νεκταρίου, του προέδρου αυτής της βασιλεύουσας πόλεως, και Θεοφίλου, που υπήρξε αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας· αλλά και του Διονυσίου, που υπήρξε αρχιεπίσκοπος της μεγαλουπόλεως Αλεξανδρείας, και του Πέτρου, που υπήρξε Αλεξανδρείας και μάρτυρας, και του Γρηγορίου, που υπήρξε επίσκοπος Νεοκαισαρείας, του Θαυματουργού, του Αθανασίου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, του Βασιλείου, αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας, του Γρηγορίου, επισκόπου Νύσσης, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Αμφιλοχίου Ικονίου, του Τιμοθέου, που υπήρξε παλαιότερα αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου της ίδιας μεγαλουπόλεως των Αλεξανδρέων, του Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, και του Γενναδίου, που υπήρξε Πατριάρχης αυτής της θεοφύλακτης και βασιλεύουσας πόλεως· ακόμη και τον κανόνα που εξέθεσαν ο Κυπριανός, που υπήρξε αρχιεπίσκοπος της χώρας των Αφρικανών και μάρτυρας, και η σύνοδός του, ο οποίος επικράτησε στους τόπους των προαναφερθέντων προέδρων, και μόνο εκεί, κατά το έθος που τους είχε παραδοθεί· και να μην επιτρέπεται σε κανέναν να παραχαράσσει ή να αθετεί τους προαναφερθέντες κανόνες ή να παραδέχεται άλλους κανόνες εκτός από τους παρόντες, που συντέθηκαν ψευδεπιγράφως από κάποιους που επιχείρησαν να καπηλευθούν την αλήθεια. Αν δε κάποιος συλληφθεί να καινοτομεί σε κάποιον από τους κανόνες που αναφέρθηκαν ή να επιχειρεί να τον ανατρέψει, θα είναι υπεύθυνος κατά τον κανόνα αυτόν, δεχόμενος το επιτίμιο όπως εκείνος ορίζει, και θεραπευόμενος μέσω αυτού σε εκείνο ακριβώς στο οποίο σφάλλει.

Ἔδοξε δὲ καὶ τοῦτο τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ συνόδῳ κάλλιστά τε καὶ σπουδαιότατα, ὥστε μένειν καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν βεβαίους καὶ ἀσφαλεῖς, πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν, τοὺς ὑπὸ τῶν πρὸ ἡμῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καὶ κυρωθέντας, ἀλλὰ μὴν καὶ παραδοθέντας ἡμῖν ὀνόματι τῶν ἁγίων καὶ ἐνδόξων Ἀποστόλων ὀγδοήκοντα πέντε κανόνας. Ἐπειδὴ δ᾿ ἐν τούτοις τοῖς κανόσιν ἐντέταλται δέχεσθαι ἡμᾶς τὰς τῶν αὐτῶν ἁγίων Ἀποστόλων διὰ Κλήμεντος Διατάξεις, αἷς τισι πάλαι ὑπὸ τῶν ἑτεροδόξων ἐπὶ λύμῃ τῆς ἐκκλησίας νόθα τινὰ καὶ ξένα τῆς εὐσεβείας παρενετέθησαν, τὸ εὐπρεπὲς κάλλος τῶν θείων δογμάτων ἡμῖν ἀμαυρώσαντα· τὴν τῶν τοιούτων Διατάξεων προσφόρως ἀποβολὴν πεποιήμεθα πρὸς τὴν τοῦ χριστιανικωτάτου ποιμνίου οἰκοδομὴν καὶ ἀσφάλειαν, οὐδαμῶς ἐγκρίνοντες τὰ τῆς αἱρετικῆς ψευδολογίας κυήματα, καὶ τῇ γνησίᾳ τῶν Ἀποστόλων καὶ ὁλοκλήρῳ διδαχῇ παρενείροντες. Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς κανόνας, τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας, τουτέστι τῶν τε ἐν Νικαίᾳ συναθροισθέντων τριακοσίων δεκαοκτὼ ἁγίων Πατέρων, καὶ τῶν ἐν Ἀγκύρᾳ· ἔτι μὴν καὶ τῶν ἐν Νεοκαισαρείᾳ, ὡσαύτως καὶ τῶν ἐν Γάγγραις· πρὸς τούτοις δὲ καὶ τῶν ἐν Ἀντιοχείᾳ τῆς Συρίας· ἀλλὰ μὴν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ τῆς Φρυγίας· προσέτι καὶ τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα, τῶν ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι συνελθόντων πόλει, καὶ τῶν διακοσίων, τῶν ἐν τῇ Ἐφεσίων μητροπόλει τὸ πρότερον συναγηγερμένων· καὶ τῶν ἐν Χαλκηδόνι, τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων· ὡσαύτως καὶ τῶν ἐν Σαρδικῇ· ἔτι μὴν καὶ τῶν ἐν Καρθαγένῃ· προσέτι γε μὴν καὶ τῶν αὖθις ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι πόλει συνελθόντων ἐπὶ Νεκταρίου τοῦ τῆς βασιλίδος ταύτης πόλεως προέδρου, καὶ Θεοφίλου, τοῦ γενομένου Ἀλεξανδρείας ἀρχιεπισκόπου· ἀλλὰ μὴν καὶ Διονυσίου ἀρχιεπισκόπου γενομένου Ἀλεξανδρείας μεγαλοπόλεως, καὶ Πέτρου γενομένου Ἀλεξανδρείας, καὶ μάρτυρος, καὶ Γρηγορίου ἐπισκόπου γενομένου Νεοκαισαρείας, τοῦ θαυματουργοῦ, Ἀθανασίου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, Βασιλείου ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἀμφιλοχίου τοῦ Ἰκονίου, Τιμοθέου ἀρχιεπισκόπου γενομένου Ἀλεξανδρείας τὸ πρότερον, Θεοφίλου ἀρχιεπισκόπου τῆς αὐτῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως, Κυρίλλου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ Γενναδίου Πατριάρχου γενομένου τῆς θεοφυλάκτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως· ἔτι μὴν καὶ τὸν ὑπὸ Κυπριανοῦ, τοῦ γενομένου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἄφρων χώρας καὶ μάρτυρος, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὸν συνόδου ἐκτεθέντα κανόνα, ὃς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων τόποις, καὶ μόνον, κατὰ τὸ παραδοθὲν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε· καὶ μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἢ ἀθετεῖν, ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας, τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων. Εἰ δέ τις ἁλῶ κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτὸς διαγορεύει, τὴν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καὶ δι᾿ αὐτοῦ, ἐν ᾧ περ πταίει θεραπευόμενος.

Κανόνας 3 Επιτίμια για κληρικούς σε διγαμία ή αθέμιτους γάμους

Επειδή ο ευσεβής και φιλόχριστος βασιλέας μας απευθύνθηκε σε αυτή την αγία και οικουμενική Σύνοδο, ώστε να καταστήσει όσους κατατάσσονται στον κλήρο και μεταδίδουν σε άλλους τα θεία καθαρούς και άμωμους λειτουργούς, και άξιους της νοερής θυσίας του μεγάλου Θεού, ο οποίος είναι και θύμα και αρχιερέας, και να καθαρίσει τα μιάσματα που προσκολλήθηκαν σε αυτούς από αθέμιτους γάμους· και επειδή, ως προς αυτό, οι μεν της αγιωτάτης Εκκλησίας των Ρωμαίων πρότειναν να τηρηθεί ο κανόνας της ακρίβειας, οι δε υπό τον θρόνο αυτής της θεοφύλακτης και βασιλεύουσας πόλεως ο κανόνας της φιλανθρωπίας και της συμπάθειας, εμείς, αναμειγνύοντας και τα δύο σε ένα, πατρικά και συγχρόνως θεοφιλώς, ώστε να μην αφήσουμε ούτε το ήπιο χαλαρό ούτε το αυστηρό τραχύ, και μάλιστα επειδή η πτώση από άγνοια εκτείνεται σε πλήθος όχι λίγων ανδρών, κρίνουμε όσοι μεν έχουν περιπλακεί σε δύο γάμους και ως τη δέκατη πέμπτη του περασμένου μηνός Ιανουαρίου, της παρελθούσας τέταρτης ινδικτιώνος, του έτους έξι χιλιάδες εκατόν ενενήντα εννέα, υποδουλώθηκαν στην αμαρτία και δεν προτίμησαν να ανανήψουν από αυτήν, να υποβάλλονται σε κανονική καθαίρεση. Όσοι δε έπεσαν μεν σε αυτό το πάθος της διγαμίας, αλλά πριν από τη δική μας επίγνωση αναγνώρισαν το συμφέρον και έκοψαν το κακό από τον εαυτό τους και έδιωξαν μακριά αυτή την ξένη και νόθη συμπλοκή, ή και εκείνοι των οποίων οι γυναίκες του δεύτερου γάμου έχουν ήδη πεθάνει, ή και όσοι οι ίδιοι στράφηκαν προς την επιστροφή, αφού έμαθαν αντ’ αυτού τη σωφροσύνη και λησμόνησαν γρήγορα τις προηγούμενες παρανομίες τους, είτε πρεσβύτεροι είτε διάκονοι τυχαίνει να είναι, γι’ αυτούς φάνηκε καλό να παύσουν μεν από κάθε ιερατική λειτουργία, δηλαδή ενέργεια, αφού τους επιβληθεί ήδη επιτίμιο για κάποιον ορισμένο χρόνο, να μετέχουν όμως στην τιμή της καθέδρας και της στάσεως, αρκούμενοι στην προεδρία και κλαίγοντας ενώπιον του Κυρίου να τους συγχωρηθεί το ανόμημα που έγινε από άγνοια· διότι είναι ασυνεπές να ευλογεί άλλον εκείνος που οφείλει να περιποιείται τα δικά του τραύματα. Όσοι δε συνδέθηκαν μεν με μία σύζυγο, αν όμως η γυναίκα που πήραν τύχαινε να είναι χήρα, και ομοίως όσοι μετά τη χειροτονία συνήψαν παράνομα έναν γάμο, δηλαδή πρεσβύτεροι και διάκονοι και υποδιάκονοι, αφού αποκλειστούν ήδη για λίγο χρόνο από την ιερά λειτουργία και τους επιβληθεί επιτίμιο, να αποκατασταθούν πάλι στους βαθμούς τους, χωρίς να προάγονται καθόλου σε άλλον ανώτερο βαθμό, αφού προδήλως διαλυθεί το αθέμιτο συνοικέσιό τους. Αυτά δε τα διατυπώσαμε για όσους συνελήφθησαν στα προαναφερθέντα πταίσματα μέχρι τη δέκατη πέμπτη, όπως ειπώθηκε, του μηνός Ιανουαρίου της τέταρτης ινδικτιώνος, και μόνο για τους ιερατικούς, ορίζοντας από τώρα, και ανανεώνοντας τον κανόνα που διαγορεύει, ότι όποιος μετά το βάπτισμα περιπλέχθηκε σε δύο γάμους ή απέκτησε παλλακίδα δεν μπορεί να είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή να ανήκει καθόλου στον ιερατικό κατάλογο· ομοίως ότι όποιος πήρε χήρα ή διαζευγμένη ή εταίρα ή δούλη ή κάποια από όσες εμφανίζονται στη σκηνή δεν μπορεί να είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή να ανήκει καθόλου στον ιερατικό κατάλογο.

Ἐπειδὴ δὲ ὁ εὐσεβὴς καὶ φιλόχριστος ἡμῶν βασιλεὺς τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ καὶ οἰκουμενικῇ προσεφώνησε συνόδῳ, ὥστε τοὺς ἐν κλήρῳ καταλεγομένους, καὶ ἄλλοις τὰ θεῖα διαπορθμεύοντας, καθαροὺς ἀποφῆναι καὶ λειτουργοὺς ἀμώμους, καὶ τῆς νοερᾶς τοῦ μεγάλου Θεοῦ, καὶ θύματος, καὶ ἀρχιερέως, θυσίας ἀξίους, ἀνακαθᾶραί τε τὰ ἐξ ἀθέσμων γάμων τούτοις ἐπιτριβέντα μύση· πρὸς τοῦτο δὲ τῶν μὲν τῆς Ῥωμαίων ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τὸν τῆς ἀκριβείας τηρηθῆναι κανόνα προτιθεμένων, τῶν δὲ ὑπὸ τὸν τῆς θεοφυλάκτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως θρόνον, τὸν τῆς φιλανθρωπίας καὶ συμπαθείας, εἰς ἓν ἀμφότερα μίξαντες πατρικῶς ὁμοῦ καὶ θεοφιλῶς, ὡς μήτε τὸ πρᾷον ἔκλυτον, μήτε στύφον τὸ αὐστηρὸν καταλείψοιμεν, καὶ μάλιστα τοῦ ἐξ ἀγνοίας πτώματος εἰς οὐκ ὀλίγων ἀνδρῶν πλῆθος διήκοντος· συνορῶμεν ὥστε τοὺς μὲν δυσὶ γάμοις περιπαρέντας, καὶ μέχρι τῆς πεντεκαιδεκάτης τοῦ διελθόντος Ἰανουαρίου μηνός, τῆς παρελθούσης τετάρτης Ἰνδικτιῶνος, ἔτους ἑξακισχιλιοστοῦ ἑκατοστοῦ ἐνενηκοστοῦ ἐνάτου, δουλωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ μὴ ἐκνῆψαι ταύτης προελομένους, καθαιρέσει κανονικῇ ὑποβαλεῖν. Τοὺς δὲ τῷ τοιούτῳ μὲν τῆς διγαμίας πάθει περιπεσόντας, πρὸ δὲ τῆς ἡμῶν ἐπιγνώσεως τὸ συμφέρον ἐπεγνωκότας, καὶ τὸ κακὸν ἐξ ἑαυτῶν περικόψαντας, καὶ πόῤῥω τὴν ξένην ταύτην καὶ νόθον συμπλοκὴν ἐκδιώξαντας, ἢ καὶ ὧν αἱ κατὰ δεύτερον γάμον γυναῖκες ἤδη τετελευτήκασιν, ἢ καὶ αὐτοὶ πρὸς ἐπιστροφὴν εἶδον, μεταμαθόντες τὴν σωφροσύνην, καὶ τῶν πρῴην αὐτοῖς παρανομηθέντων ταχέως ἐπιλαθόμενοι, εἴτε πρεσβύτεροι, εἴτε διάκονοι ὄντες τυγχάνοιεν· τούτους ἔδοξε πεπαῦσθαι μὲν πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας, ἤτοι ἐνεργείας, ἤδη ἐπὶ ῥητόν τινα χρόνον ἐπιτιμηθέντας· τῆς δὲ τιμῆς τῆς κατὰ τὴν καθέδραν καὶ στάσιν μετέχειν, ἀρκουμένους τῇ προεδρίᾳ καὶ προσκλαίοντας τῷ Κυρίῳ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς τὸ ἐκ τῆς ἀγνοίας ἀνόμημα· εὐλογεῖν γὰρ ἕτερον τὸν τὰ οἰκεῖα τημελεῖν ὀφείλοντα τραύματα, ἀνακόλουθον. Τοὺς δὲ γαμετῇ μὲν μιᾷ συναφθέντας, εἰ χήρα ἡ προσληφθεῖσα ἐτύγχανεν, ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς μετὰ τὴν χειροτονίαν γάμῳ ἑνὶ παρανόμως προσομιλήσαντας, τουτέστι πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ ὑποδιακόνους, ἤδη ἐπὶ βραχύν τινα χρόνον εἰρχθέντας τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, καὶ ἐπιτιμηθέντας, αὖθις αὐτοὺς τοῖς οἰκείοις ἀποκαταστῆναι βαθμοῖς, μηδαμῶς ἐν ἑτέρῳ μείζονι προκόπτοντας βαθμῷ, προδήλως διαλυθέντος αὐτοῖς τοῦ ἀθέσμου συνοικεσίου. Ταῦτα δέ, ἐπὶ τοῖς καταληφθεῖσι μέχρι τῆς πεντεκαιδεκάτης, ὡς εἴρηται, τοῦ Ἰανουαρίου μηνός, τῆς τετάρτης Ἰνδικτιῶνος, ἐν τοῖς προδηλωθεῖσι πταίσμασι καὶ μόνον ἱερατικοῖς ἐτυπώσαμεν, ὁρίζοντες ἀπὸ τοῦ παρόντος, καὶ ἀνανεούμενοι τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, τὸν δυσὶ γάμοις συμπλακέντα μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενον, μὴ δύνασθαι εἶναι ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ· ὡσαύτως καὶ τὸν χήραν λαβόντα, ἢ ἐκβεβλημένην, ἢ ἑταίραν, ἢ οἰκέτιν, ἢ τῶν ἐπὶ τῆς σκηνῆς, μὴ δύνασθαι εἶναι ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.

Κανόνας 4 Συνεύρεση με γυναίκα αφιερωμένη στον Θεό

Αν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή υποδιάκονος ή αναγνώστης ή ψάλτης ή θυρωρός συνευρεθεί με γυναίκα αφιερωμένη στον Θεό, να καθαιρείται, ως αυτός που διέφθειρε τη νύμφη του Χριστού· αν δε είναι λαϊκός, να αφορίζεται.

Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, ἢ θυρωρός, γυναικὶ ἀφιερωμένῃ τῷ Θεῷ μιχθείη, καθαιρείσθω, ὡς τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ διαφθείρας· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 5 Κληρικοί και ευνούχοι να μη συνοικούν με γυναίκες

Κανείς από όσους ανήκουν στον ιερατικό κατάλογο να μην έχει στο σπίτι του γυναίκα ή υπηρέτρια, εκτός από τα ανύποπτα πρόσωπα που αναφέρει ο κανόνας, τηρώντας έτσι τον εαυτό του ανεπίληπτο. Αν δε κάποιος παραβαίνει όσα ορίσαμε, να καθαιρείται. Το ίδιο αυτό να τηρούν και οι ευνούχοι, προνοώντας για το άμεμπτό τους· αν δε το παραβαίνουν, αν μεν είναι κληρικοί, να καθαιρούνται, αν δε λαϊκοί, να αφορίζονται.

Μηδεὶς τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλόγῳ, τῶν ἐν τῷ κανόνι ἐμφερομένων ἀνυπόπτων προσώπων ἐκτὸς διάγων, γυναῖκα κεκτήσθω, ἢ θεραπαινίδα, τὸ ἀνεπίληπτον ἑαυτῷ ἐντεῦθεν τηρῶν. Εἰ δὲ παραβαίνει τις τὰ παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντα, καθαιρείσθω. Τὸ αὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ οἱ εὐνοῦχοι παραφυλαττέσθωσαν, τὸ ἄμεμπτον ἑαυτοῖς προνοούμενοι· παραβαίνοντες δέ, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρείσθωσαν, εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν.

Κανόνας 6 Κανένας γάμος μετά τη χειροτονία σε υποδιάκονο ή ανώτερο βαθμό

Επειδή στους αποστολικούς κανόνες έχει ειπωθεί ότι, από όσους προάγονται άγαμοι στον κλήρο, μόνο οι αναγνώστες και οι ψάλτες μπορούν να νυμφεύονται, και εμείς, τηρώντας αυτό, ορίζουμε από τώρα και στο εξής ότι κανένας υποδιάκονος ή διάκονος ή πρεσβύτερος, μετά τη χειροτονία του, δεν έχει καθόλου άδεια να συνάπτει για τον εαυτό του γαμικό συνοικέσιο. Αν δε τολμήσει να το κάνει αυτό, να καθαιρείται. Αν δε κάποιος από όσους εισέρχονται στον κλήρο θέλει να συνδεθεί με γυναίκα με τον νόμο του γάμου, να το κάνει αυτό πριν από τη χειροτονία του υποδιακόνου ή του διακόνου ή του πρεσβυτέρου.

Ἐπειδὴ παρὰ τοῖς ἀποστολικοῖς κανόσιν εἴρηται, τῶν εἰς κλῆρον προαγομένων ἀγάμων, μόνους ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας γαμεῖν· καὶ ἡμεῖς τοῦτο παραφυλάττοντες, ὁρίζομεν ἀπὸ τοῦ νῦν μηδαμῶς ὑποδιάκονον, ἢ διάκονον, ἢ πρεσβύτερον, μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ χειροτονίαν, ἔχειν ἄδειαν, γαμικὸν ἑαυτῷ συνιστᾷν συνοικέσιον. Εἰ δὲ τοῦτο τολμήσοι ποιῆσαι, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ βούλοιτό τις τῶν εἰς κλῆρον προερχομένων, γάμου νόμῳ συνάπτεσθαι γυναικί, πρὸ τῆς τοῦ ὑποδιακόνου, ἢ διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου χειροτονίας τοῦτο πραττέτω.

Κανόνας 7 Ο διάκονος δεν κάθεται πριν από τους πρεσβυτέρους

Επειδή πληροφορηθήκαμε ότι σε κάποιες από τις εκκλησίες υπάρχουν διάκονοι που έχουν εκκλησιαστικά οφφίκια, και ότι γι’ αυτό κάποιοι από αυτούς, κάνοντας χρήση αυθάδειας και αυτονομίας, κάθονται πριν από τους πρεσβυτέρους, ορίζουμε ο διάκονος, ακόμη και αν βρίσκεται σε αξίωμα, δηλαδή σε οποιοδήποτε εκκλησιαστικό οφφίκιο, να μην κάθεται, ως τέτοιος, πριν από τον πρεσβύτερο· εκτός εάν, εκπροσωπώντας τον πατριάρχη του ή τον μητροπολίτη του, μεταβεί σε άλλη πόλη για κάποιο ζήτημα· διότι τότε θα τιμηθεί ως αναπληρωτής της θέσεως εκείνου. Αν δε κάποιος, κάνοντας χρήση τυραννικού θράσους, τολμήσει να πράξει κάτι τέτοιο, αυτός, αφού υποβιβαστεί από τον βαθμό του, να γίνεται τελευταίος όλων του τάγματος στο οποίο είναι καταταγμένος στην εκκλησία του, αφού ο Κύριός μας παραινεί να μη χαιρόμαστε με τις πρωτοκλισίες, κατά τη διδασκαλία που περιέχεται στον άγιο ευαγγελιστή Λουκά ως λόγος του ίδιου του Κυρίου και Θεού μας. Διότι έλεγε προς τους καλεσμένους την εξής παραβολή: «Όταν κληθής υπό τινος εις γάμους, μη κατακλιθής εις την πρωτοκλισίαν, μήποτε εντιμότερός σου η κεκλημένος υπ’ αυτού, και ελθών ο σε και αυτόν καλέσας, ερεί σοι· Δος τούτω τόπον· και τότε άρξη μετ’ αισχύνης τον έσχατον τόπον κατέχειν. Αλλ’ όταν κληθής, ανάπεσε εις τον έσχατον τόπον· ίνα, όταν έλθη ο κεκληκώς, είπη σοι· Φίλε, προσανάβηθι ανώτερον· τότε έσται σοι δόξα ενώπιον των συνανακειμένων σοι· ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14, 8-11). Το ίδιο δε θα τηρείται και για τα υπόλοιπα ιερά τάγματα· επειδή γνωρίζουμε ότι τα πνευματικά αξιώματα είναι ανώτερα από τα κοσμικά.

Ἐπειδὴ μεμαθήκαμεν ἔν τισι τῶν ἐκκλησιῶν διακόνους τυγχάνειν, ὀφφίκια ἐκκλησιαστικὰ ἔχοντας, ἐντεῦθέν τέ τινας αὐτῶν αὐθαδείᾳ καὶ αὐτονομίᾳ κεχρημένους πρὸ τῶν πρεσβυτέρων καθέζεσθαι, ὁρίζομεν, ὥστε τὸν διάκονον, κἂν ἐν ἀξιώματι, τουτέστιν ἐν ὀφφικίῳ τῷ οἱῳδήποτε ἐκκλησιαστικῷ τυγχάνῃ, τὸν τοιοῦτον μὴ πρὸ τοῦ πρεσβυτέρου καθέζεσθαι· ἐκτός, εἰ μὴ τὸ πρόσωπον ἐπέχων τοῦ οἰκείου πατριάρχου, ἢ μητροπολίτου, ἐν ἑτέρᾳ πόλει παραγένηται ἐπί τινι κεφαλαίῳ· τότε γάρ, ὡς τὸν ἐκείνου τόπον ἀναπληρῶν, τιμηθήσεται. Εἰ δέ τις τοιοῦτο τολμήσοι, τυραννικῷ χρώμενος θράσει, διαπράξασθαι, ὁ τοιοῦτος, ἐκ τοῦ οἰκείου καταβιβασθεὶς βαθμοῦ, ἔσχατος πάντων γινέσθω τοῦ, ἐν ᾧ περ καταλέγεται, τάγματος ἐν τῇ κατ᾿ αὐτὸν ἐκκλησίᾳ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν παραινοῦντος, μὴ χαίρειν ταῖς πρωτοκλισίαις, κατὰ τὴν ἐν τῷ ἁγίῳ εὐαγγελιστῇ Λουκᾷ, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Θεοῦ κειμένην διδασκαλίαν. Ἔλεγε γὰρ πρὸς τοὺς κεκλημένους παραβολὴν τοιάνδε· Ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾗ κεκλημένος ὑπ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας, ἐρεῖ σοι· Δὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ μετ᾿ αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν. Ἀλλ᾿ ὅταν κληθῇς, ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον· ἵνα, ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς, εἴπῃ σοι· Φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν συνανακειμένων σοι· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Τὸ αὐτὸ δὲ φυλαχθήσεται καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἱερῶν ταγμάτων· ἐπειδὴ τῶν κατὰ κόσμον ἀξιωμάτων κρείττονα τὰ πνευματικὰ ἐπιστάμεθα.

Κανόνας 8 Οι σύνοδοι κάθε επαρχίας να γίνονται μία φορά τον χρόνο

Θέλοντας και εμείς να κρατούμε σε όλα όσα θέσπισαν οι άγιοι Πατέρες μας, ανανεώνουμε και τον κανόνα που διαγορεύει να γίνονται κάθε χρόνο σύνοδοι των επισκόπων κάθε επαρχίας, όπου θα εγκρίνει ο επίσκοπος της μητροπόλεως. Επειδή όμως, εξαιτίας των επιδρομών των βαρβάρων και εξαιτίας άλλων αιτιών που προκύπτουν, οι πρόεδροι των εκκλησιών αδυνατούν να κάνουν τις συνόδους δύο φορές τον χρόνο, φάνηκε καλό να γίνεται με κάθε τρόπο μία φορά τον χρόνο σε κάθε επαρχία η σύνοδος των προαναφερθέντων επισκόπων, για τα εκκλησιαστικά ζητήματα που, όπως είναι φυσικό, αναφύονται, από την αγία εορτή του Πάσχα έως τη συμπλήρωση του μηνός Οκτωβρίου κάθε έτους, στον τόπο που θα εγκρίνει, όπως προειπώθηκε, ο επίσκοπος της μητροπόλεως· οι δε επίσκοποι που δεν προσέρχονται, ενώ παραμένουν στις πόλεις τους, και μάλιστα ενώ έχουν υγεία και είναι ελεύθεροι από κάθε αναπόφευκτη και αναγκαία ασχολία, να επιπλήττονται αδελφικά.

Ἐν πᾶσι τὰ ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν θεσπιθέντα καὶ ἡμεῖς κρατεῖν βουλόμενοι, ἀνανεοῦμεν καὶ τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, καθ᾿ ἕκαστον ἔτος συνόδους τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ γίνεσθαι ἐπισκόπων, ἔνθα ἂν ὁ τῆς μητροπόλεως δοκιμάσῃ ἐπίσκοπος. Ἐπειδὴ δὲ διά τε τὰς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομάς, διά τε τὰς προσπιπτούσας ἑτέρας αἰτίας, ἀδυνάτως οἱ τῶν ἐκκλησιῶν πρόεδροι ἔχουσι δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ τὰς συνόδους ποιεῖσθαι, ἔδοξεν, ὥστε τρόπῳ παντὶ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὴν τῶν προγεγραμμένων ἐπισκόπων, διὰ τὰ ὡς εἰκὸς ἀναφυόμενα ἐκκλησιαστικὰ κεφάλαια, ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ γίνεσθαι σύνοδον, ἀπὸ τῆς ἁγίας τοῦ Πάσχα ἑορτῆς, καὶ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς ἑκάστου ἔτους, κατὰ τὸν τόπον ὃν ὁ τῆς μητροπόλεως, καθὰ προείρηται, δοκιμάσει ἐπίσκοπος· τοὺς δὲ μὴ συνιόντας ἐπισκόπους, ἐνδημοῦντας ταῖς ἑαυτῶν πόλεσι, καὶ ταῦτα ἐν ὑγείᾳ διάγοντας, καὶ πάσης ἀπαραιτήτου καὶ ἀναγκαίας ἀσχολίας ὄντας ἐλευθέρους, ἀδελφικῶς ἐπιπλήττεσθαι.

Κανόνας 9 Κανένας κληρικός δεν διατηρεί καπηλειό

Να μην επιτρέπεται σε κανέναν κληρικό να έχει καπηλικό κατάστημα. Διότι, αν σε αυτόν δεν επιτρέπεται να μπαίνει σε καπηλειό, πόσο μάλλον να υπηρετεί άλλους σε αυτό και να καταπιάνεται με όσα δεν του είναι θεμιτά; Αν δε πράξει κάτι τέτοιο, ή να παύσει ή να καθαιρείται.

Μηδενὶ ἐξεῖναι κληρικῷ, καπηλικὸν ἐργατήριον ἔχειν. Εἰ γὰρ τῷ τοιούτῳ εἰσιέναι ἐν καπηλείῳ οὐκ ἐπιτέτραπται, πόσῳ μᾶλλον ἄλλοις ἐν τούτῳ διακονεῖσθαι, καὶ ἃ μὴ θέμις αὐτῷ ἐγχειρεῖν; εἰ δέ τι τοιοῦτον διαπράξοιτο, ἢ παυσάσθω ἢ καθαιρείσθω.

Κανόνας 10 Κληρικοί που παίρνουν τόκο: ή να παύσουν ή να καθαιρούνται

Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος που παίρνει τόκους ή τις λεγόμενες εκατοστές, ή να παύσει ή να καθαιρείται.

Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος τόκους, ἢ τὰς λεγομένας ἑκατοστὰς λαμβάνων, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.

Κανόνας 11 Όχι άζυμα, γιατροί ή κοινά λουτρά με Ιουδαίους

Κανείς από όσους κατατάσσονται στο ιερατικό τάγμα, ή λαϊκός, να μην τρώει τα άζυμα από τους Ιουδαίους ούτε να συναναστρέφεται οικεία μαζί τους ούτε να τους προσκαλεί στις ασθένειες και να λαμβάνει θεραπείες από αυτούς ούτε να λούζεται καθόλου μαζί τους σε λουτρά· αν δε κάποιος επιχειρήσει να το κάνει αυτό, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Μηδεὶς τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ λαϊκός, τὰ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα ἐσθιέτω, ἢ τούτοις προσοικειούσθω, ἢ ἐν νόσοις προσκαλείσθω, καὶ ἰατρείας παρ᾿ αὐτῶν λαμβανέτω, ἢ ἐν βαλανείοις τούτοις παντελῶς συλλουέσθω· εἰ δέ τις τοῦτο πρᾶξαι ἐπιχειροίη, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 12 Οι επίσκοποι δεν συζούν με τις συζύγους τους

Και τούτο επίσης ήλθε σε γνώση μας, ότι στην Αφρική και στη Λιβύη και σε άλλους τόπους οι θεοφιλέστατοι πρόεδροι εκείνων των μερών δεν αρνούνται να συζούν με τις δικές τους συζύγους και μετά τη χειροτονία που έγινε σε αυτούς, θέτοντας στους λαούς πρόσκομμα και σκάνδαλο. Επειδή λοιπόν έχουμε πολλή σπουδή να πράττουμε τα πάντα για την ωφέλεια των ποιμνίων που είναι υπό τη χείρα μας, φάνηκε καλό να μη γίνεται καθόλου κάτι τέτοιο από τώρα και στο εξής. Αυτό δε το λέμε όχι για αθέτηση ή ανατροπή όσων νομοθετήθηκαν αποστολικά, αλλά φροντίζοντας για τη σωτηρία και την προκοπή των λαών προς το καλύτερο, και για να μη δώσουμε αφορμή για κάποια μομφή κατά της ιερατικής καταστάσεως. Διότι λέει ο θείος Απόστολος: «Πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε· απρόσκοποι γίνεσθε και Ιουδαίοις, και Έλλησι, και τη εκκλησία του Θεού· καθώς καγώ πάντα πάσιν αρέσκω, μη ζητών το εμαυτού συμφέρον, αλλά το των πολλών, ίνα σωθώσι· μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Αν δε κάποιος αποκαλυφθεί ότι πράττει κάτι τέτοιο, να καθαιρείται.

Καὶ τοῦτο δὲ εἰς γνῶσιν ἡμετέραν ἦλθεν, ὡς ἔν τε τῇ Ἀφρικῇ καὶ Λιβύῃ, καὶ ἑτέροις τόποις, οἱ τῶν ἐκεῖσε θεοφιλέστατοι πρόεδροι, συνοικεῖν ταῖς ἰδίαις γαμεταῖς, καὶ μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτοῖς προελθοῦσαν χειροτονίαν, οὐ παραιτοῦνται, πρόσκομμα τοῖς λαοῖς τιθέντες, καὶ σκάνδαλον. Πολλῆς οὖν ἡμῖν σπουδῆς οὔσης, τοῦ πάντα πρὸς ὠφέλειαν τῶν ὑπὸ χεῖρα ποιμνίων διαπράττεσθαι, ἔδοξεν, ὥστε μηδαμῶς τὸ τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ νῦν γίνεσθαι. Τοῦτο δέ φαμεν οὐκ ἐπ᾿ ἀθετήσει, ἢ ἀνατροπῇ τῶν ἀποστολικῶς νενομοθετημένων, ἀλλὰ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον προκοπῆς τῶν λαῶν προμηθούμενοι, καὶ τοῦ μὴ δοῦναι μῶμόν τινα κατὰ τῆς ἱερατικῆς καταστάσεως. Φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε· ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις, καὶ Ἕλλησι, καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ· καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι· μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ· εἰ δέ τις φωραθείη τὸ τοιοῦτον πράττων, καθαιρείσθω.

Κανόνας 13 Οι έγγαμοι υποδιάκονοι, διάκονοι και πρεσβύτεροι κρατούν τις συζύγους τους

Επειδή πληροφορηθήκαμε ότι στην Εκκλησία των Ρωμαίων έχει παραδοθεί, με μορφή κανόνα, όσοι πρόκειται να αξιωθούν χειροτονίας διακόνου ή πρεσβυτέρου να ομολογούν ότι δεν θα συνάπτονται πλέον με τις συζύγους τους, εμείς, ακολουθώντας τον αρχαίο κανόνα της αποστολικής ακρίβειας και τάξεως, θέλουμε τα νόμιμα συνοικέσια των ιερωμένων ανδρών να ισχύουν και από τώρα και στο εξής, χωρίς να διαλύουμε καθόλου τη συνάφειά τους με τις συζύγους τους ή να τους στερούμε τις μεταξύ τους συζυγικές σχέσεις στον προσήκοντα καιρό. Ώστε, αν κάποιος βρεθεί άξιος για χειροτονία υποδιακόνου ή διακόνου ή πρεσβυτέρου, αυτός να μην εμποδίζεται καθόλου να αναβιβάζεται σε τέτοιον βαθμό ενώ συζεί με νόμιμη σύζυγο· ούτε βέβαια να απαιτείται κατά τον καιρό της χειροτονίας να ομολογεί ότι θα απέχει από τις νόμιμες συζυγικές σχέσεις με τη σύζυγό του, για να μην αναγκαστούμε έτσι να καθυβρίσουμε τον γάμο, που νομοθετήθηκε από τον Θεό και ευλογήθηκε με την παρουσία Του· αφού η φωνή του Ευαγγελίου βοά: «Α ο Θεός έζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω»· και ο Απόστολος διδάσκει: «Τίμιον τον γάμον, και την κοίτην αμίαντον»· και: «Δέδεσαι γυναικί; μη ζήτει λύσιν». Γνωρίζουμε δε, όπως είπαν και όσοι συνήλθαν στην Καρθαγένη, φροντίζοντας για τη σεμνότητα του βίου των λειτουργών, ότι οι υποδιάκονοι, που ψηλαφούν τα ιερά μυστήρια, και οι διάκονοι και οι πρεσβύτεροι πρέπει κατά τους δικούς τους όρους να εγκρατεύονται και από τις συζύγους τους· ώστε να φυλάξουμε και εμείς ομοίως ό,τι παραδόθηκε διά των Αποστόλων και κρατήθηκε από την ίδια την αρχαιότητα, γνωρίζοντας ότι υπάρχει καιρός για κάθε πράγμα, και μάλιστα για νηστεία και προσευχή. Διότι πρέπει όσοι προσεδρεύουν στο θυσιαστήριο, κατά τον καιρό που μεταχειρίζονται τα άγια, να είναι εγκρατείς σε όλα, ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν αυτό που ζητούν από τον Θεό με απλότητα. Αν λοιπόν κάποιος, κινούμενος αντίθετα προς τους αποστολικούς κανόνες, τολμήσει να στερήσει κάποιον από τους ιερωμένους, πρεσβυτέρους, εννοούμε, ή διακόνους ή υποδιακόνους, από τη συνάφεια και την κοινωνία με τη νόμιμη γυναίκα του, να καθαιρείται· ομοίως και αν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος διώχνει τη γυναίκα του με πρόφαση την ευλάβεια, να αφορίζεται· αν δε επιμένει, να καθαιρείται.

Ἐπειδὴ τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ ἐν τάξει κανόνος παραδεδόσθαι διέγνωμεν, τοὺς μέλλοντας διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου χειροτονίας ἀξιοῦσθαι, καθομολογεῖν, ὡς οὐκέτι ταῖς αὐτῶν συνάπτονται γαμεταῖς· ἡμεῖς τῷ ἀρχαίῳ ἐξακολουθοῦντες κανόνι τῆς ἀποστολικῆς ἀκριβείας καὶ τάξεως, τὰ τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν κατὰ νόμους συνοικέσια, καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν ἐῤῥῶσθαι βουλόμεθα, μηδαμῶς αὐτῶν τὴν πρὸς γαμετὰς συνάφειαν διαλύοντες, ἢ ἀποστεροῦντες αὐτοὺς τῆς πρὸς ἀλλήλους κατὰ καιρὸν τὸν προσήκοντα ὁμιλίας. Ὥστε, εἴ τις ἄξιος εὑρεθείη πρὸς χειροτονίαν ὑποδιακόνου, ἢ διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου, οὗτος μηδαμῶς κωλυέσθω ἐπὶ τοιοῦτον βαθμὸν ἐμβιβάζεσθαι, γαμετῇ συνοικῶν νομίμῳ· μήτε μὴν ἐν τῷ τῆς χειροτονίας καιρῷ ἀπαιτείσθω ὁμολογεῖν, ὡς ἀποστήσεται τῆς νομίμου πρὸς τὴν οἰκείαν γαμετὴν ὁμιλίας, ἵνα μὴ ἐντεῦθεν τὸν ἐκ Θεοῦ νομοθετηθέντα, καὶ εὐλογηθέντα τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ γάμον καθυβρίζειν ἐκβιασθῶμεν· τῆς τοῦ Εὐαγγελίου φωνῆς βοώσης· Ἃ ὁ Θεὸς ἔζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω· καὶ τοῦ Ἀποστόλου διδάσκοντος· Τίμιον τὸν γάμον, καὶ τὴν κοίτην ἀμίαντον· καί, Δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν. Ἴσμεν δέ, ὥσπερ καὶ οἱ ἐν Καρθαγένῃ συνελθόντες, τῆς ἐν βίῳ σεμνότητος τῶν λειτουργῶν τιθέμενοι πρόνοιαν, ἔφασαν, ὥστε τοὺς ὑποδιακόνους, τοὺς τὰ ἱερὰ μυστήρια ψηλαφῶντας, καὶ τοὺς διακόνους, καὶ πρεσβυτέρους, κατὰ τοὺς ἰδίους ὅρους καὶ ἐκ τῶν συμβίων ἐγκρατεύεσθαι· ἵνα καὶ τὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων παραδοθέν, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχαιότητος κρατηθέν, καὶ ἡμεῖς ὁμοίως φυλάξωμεν, καιρὸν ἐπὶ παντὸς ἐπιστάμενοι πράγματος, καὶ μάλιστα νηστείας καὶ προσευχῆς. Χρὴ γὰρ τοὺς τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντας, ἐν τῷ καιρῷ τῆς τῶν ἁγίων μεταχειρίσεως, ἐγκρατεῖς εἶναι ἐν πᾶσιν, ὅπως δυνηθῶσιν, ὃ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς αἰτοῦσιν ἐπιτυχεῖν. Εἴ τις οὖν τολμήσοι παρὰ τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας κινούμενος, τινὰ τῶν ἱερωμένων, πρεσβυτέρων, φαμέν, ἢ διακόνων, ἢ ὑποδιακόνων, ἀποστερεῖν τῆς πρὸς τὴν νόμιμον γυναῖκα συναφείας τε καὶ κοινωνίας, καθαιρείσθω· ὡσαύτως καὶ εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα προφάσει εὐλαβείας ἐκβάλλει, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω.

Κανόνας 14 Κατώτατα όρια ηλικίας για πρεσβύτερο, διάκονο και διακόνισσα

Να ισχύει και σε αυτό ο κανόνας των αγίων και θεοφόρων Πατέρων μας, ώστε να μη χειροτονείται πρεσβύτερος πριν από την ηλικία των τριάντα ετών, ακόμη και αν ο άνθρωπος είναι πολύ άξιος, αλλά να αναμένει. Διότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός βαπτίστηκε στο τριακοστό έτος Του και άρχισε να διδάσκει· ομοίως ούτε διάκονος να χειροτονείται πριν από την ηλικία των είκοσι πέντε ετών ούτε διακόνισσα πριν από την ηλικία των σαράντα ετών.

Ὁ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κρατείτω Κανὼν καὶ ἐν τούτῳ, ὥστε πρεσβύτερον πρὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μὴ χειροτονεῖσθαι, κἂν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ᾿ ἀποτηρεῖσθαι. Ὁ γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ τριακοστῷ ἔτει ἐβαπτίσθη, καὶ ἤρξατο διδάσκειν· ὁμοίως μήτε διάκονος πρὸ τῶν εἰκοσιπέντε χρόνων, ἢ διακόνισσα πρὸ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν χειροτονείσθω.

Κανόνας 15 Κατώτατη ηλικία για υποδιακόνους· καθαίρεση όσων χειροτονούνται πριν από αυτήν

Υποδιάκονος να χειροτονείται όχι μικρότερος από είκοσι ετών· αν δε κάποιος σε οποιαδήποτε ιερατική κατάσταση χειροτονηθεί αντίθετα προς τα χρόνια που ορίστηκαν, να καθαιρείται.

Ὑποδιάκονος μὴ ἦττον τῶν εἴκοσι ἐτῶν χειροτονείσθω· εἰ δέ τις τῶν ἐν οἱᾳοῦν ἱερατικῇ καταστάσει παρὰ τοὺς ὁρισθέντας χειροτονηθείη χρόνους, καθαιρείσθω.

Κανόνας 16 Οι επτά των Πράξεων δεν ήταν διάκονοι των μυστηρίων

Επειδή το βιβλίο των Πράξεων παραδίδει ότι επτά διάκονοι εγκαταστάθηκαν από τους Αποστόλους, και εκείνοι της συνόδου της Νεοκαισαρείας διατύπωσαν έτσι σαφώς στους κανόνες που εξέθεσαν ότι οι διάκονοι οφείλουν να είναι επτά, κατά τον κανόνα, ακόμη και αν η πόλη είναι πολύ μεγάλη· θα πεισθείς δε γι’ αυτό και από το βιβλίο των Πράξεων· εμείς, εφαρμόζοντας τον νου των Πατέρων στο αποστολικό ρητό, βρήκαμε ότι ο λόγος τους δεν ήταν για τους άνδρες που διακονούν τα μυστήρια, αλλά για την υπηρεσία στις ανάγκες των τραπεζών, αφού το βιβλίο των Πράξεων λέει τα εξής: «Εν ταις ημέραις εκείναις, πληθυνόντων των μαθητών, εγένετο γογγυσμός των Ελληνιστών προς τους Εβραίους, ότι παρεθεωρούντο εν τη διακονία τη καθημερινή αι χήραι αυτών. Προσκαλεσάμενοι ουν οι δώδεκα το πλήθος των μαθητών, είπον· ουκ αρεστόν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού, διακονείν τραπέζαις. Επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος αγίου και σοφίας, ους καταστήσωμεν, επί της χρείας ταύτης· ημείς δε τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσομεν· και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους· και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος αγίου, και Φίλιππον, και Πρόχορον, και Νικάνορα, και Τίμωνα, και Παρμενάν, και Νικόλαον, προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των Αποστόλων» (Πράξ. 6, 1-6). Ερμηνεύοντας αυτά ο διδάσκαλος της Εκκλησίας Ιωάννης ο Χρυσόστομος τα διεξέρχεται ως εξής: Αξίζει να θαυμάσει κανείς πώς δεν διχάστηκε το πλήθος στην εκλογή των ανδρών, πώς δεν αποδοκιμάστηκαν από αυτούς οι Απόστολοι. Ποιο όμως αξίωμα είχαν αυτοί και ποια χειροτονία δέχθηκαν, είναι αναγκαίο να μάθουμε. Άραγε εκείνη των διακόνων; Και όμως αυτό δεν είναι έτσι στις εκκλησίες. Αλλά είναι των πρεσβυτέρων η οικονομία; Και όμως δεν υπήρχε ακόμη κανένας επίσκοπος, αλλά μόνο οι Απόστολοι. Γι’ αυτό νομίζω ότι είναι δήλο και φανερό ότι το όνομα δεν ήταν ούτε των διακόνων ούτε των πρεσβυτέρων. Με βάση αυτά λοιπόν κηρύσσουμε και εμείς ότι οι προαναφερθέντες επτά διάκονοι δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως εκείνοι που διακονούν τα μυστήρια, κατά τη διδασκαλία που ερμηνεύθηκε παραπάνω, αλλά ότι ήταν εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε η οικονομία της κοινής ανάγκης όσων ήταν τότε συγκεντρωμένοι· αυτοί έγιναν για εμάς και σε αυτό τύπος φιλανθρωπίας και σπουδής προς όσους έχουν ανάγκη.

Ἐπειδὴ ἡ τῶν Πράξεων βίβλος ἑπτὰ διακόνους ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων καταστῆναι παραδίδωσιν, οἱ δὲ τῆς κατὰ Νεοκαισάρειαν συνόδου οὕτως ἐν τοῖς ἐκτεθεῖσι παρ᾿ αὐτῶν κανόσι σαφῶς διεξῆλθον, ὅτι διάκονοι ἑπτὰ ὀφείλουσιν εἶναι, κατὰ τὸν κανόνα, κἂν πάνυ μεγάλη ἡ πόλις ᾖ· πεισθήσῃ δὲ καὶ ἐκ τῆς βίβλου τῶν Πράξεων· ἡμεῖς τῷ ἀποστολικῷ ῥητῷ τὸν νοῦν ἐφαρμόσαντες τῶν Πατέρων, εὕρομεν, ὡς ὁ λόγος αὐτοῖς οὐ περὶ τῶν τοῖς μυστηρίοις διακονουμένων ἀνδρῶν ἦν, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐν ταῖς χρείαις τῶν τραπεζῶν ὑπουργίας, τῆς τῶν Πράξεων βίβλου οὕτως ἐχούσης· Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν, ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι οὖν οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν, εἶπον· οὐκ ἀρεστὸν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, διακονεῖν τραπέζαις. Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσωμεν, ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν· καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον, καὶ Πρόχορον, καὶ Νικάνορα, καὶ Τίμωνα, καὶ Παρμενᾶν, καὶ Νικόλαον, προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων. Ταῦτα διερμηνεύων ὁ τῆς ἐκκλησίας διδάσκαλος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, οὕτω διέξεισι. Θαυμάσαι ἄξιον, πῶς οὐκ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος ἐπὶ τῇ αἱρέσει τῶν ἀνδρῶν, πῶς οὐκ ἀπεδοκιμάσθησαν ὑπ᾿ αὐτῶν οἱ Ἀπόστολοι· ὁποῖον δὲ ἆρα ἀξίωμα οὗτοι εἶχον, καὶ ποίαν ἐδέξαντο χειροτονίαν, ἀναγκαῖον μαθεῖν. Ἆρα τὴν τῶν διακόνων; καὶ μὴν τοῦτο ἐν ταῖς ἐκκλησίαις οὐκ ἔστιν· ἀλλὰ τῶν πρεσβυτέρων ἐστὶν ἡ οἰκονομία; καίτοι οὐδέπω οὐδεὶς ἐπίσκοπος ἦν, ἀλλ᾿ οἱ Ἀπόστολοι μόνον· ὅθεν οὔτε διακόνων, οὔτε πρεσβυτέρων οἶμαι τὸ ὄνομα εἶναι δῆλον καὶ φανερόν. Ἐπὶ τούτοις οὖν κηρύσσομεν καὶ ἡμεῖς, ὥστε τοὺς προειρημένους ἑπτὰ διακόνους, μὴ ἐπὶ τῶν τοῖς μυστηρίοις διακονουμένων λαμβάνεσθαι, κατὰ τὴν προερμηνευθεῖσαν διδασκαλίαν· ἀλλὰ τοὺς τὴν οἰκονομίαν τῆς κοινῆς χρείας τῶν τότε συνηθροισμένων ἐγχειρισθέντας, τούτους ὑπάρχειν· οἳ τύπος ἡμῖν κἂν τούτῳ γεγόνασι τῆς περὶ τοὺς δεομένους φιλανθρωπίας τε καὶ σπουδῆς.

Κανόνας 17 Κανένας κληρικός δεν κατατάσσεται αλλού χωρίς απολυτήριο του επισκόπου του

Επειδή κληρικοί διαφόρων εκκλησιών, αφού εγκατέλειψαν τις δικές τους εκκλησίες, στις οποίες χειροτονήθηκαν, κατέφυγαν σε άλλους επισκόπους και χωρίς τη γνώμη του δικού τους επισκόπου κατατάχθηκαν στις ξένες εκκλησίες, και από αυτό συνέβη να γίνουν ανυπότακτοι, ορίζουμε ότι, από τον μήνα Ιανουάριο της παρελθούσας τέταρτης επινεμήσεως, κανείς απολύτως από τους κληρικούς, σε οποιονδήποτε βαθμό και αν βρίσκεται, δεν έχει άδεια να κατατάσσεται σε άλλη εκκλησία χωρίς το έγγραφο απολυτήριο του δικού του επισκόπου· διαφορετικά, όποιος δεν το τηρεί αυτό από τώρα και στο εξής, αλλά ντροπιάζει, όσο εξαρτάται από αυτόν, εκείνον που τον χειροτόνησε, να καθαιρείται και ο ίδιος και εκείνος που τον δέχθηκε παράλογα.

Ἐπειδή περ διαφόρων ἐκκλησιῶν κληρικοί, τὰς ἰδίας, ἐν αἷς ἐχειροτονήθησαν, ἐκκλησίας καταλιπόντες, πρὸς ἑτέρους συνέδραμον ἐπισκόπους, καὶ γνώμης δίχα τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, ἐν ταῖς ἀλλοτρίαις κατετάγησαν ἐκκλησίαις, ἐκ τούτου τε συνέβη ἀνυποτάκτους αὐτοὺς καταστῆναι· ὁρίζομεν, ὥστε, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς τῆς παρελθούσης τετάρτης ἐπινεμήσεως, μηδένα τῶν ἁπάντων κληρικῶν, κἂν ἐν οἱῳδήποτε τυγχάνῃ βαθμῷ, ἄδειαν ἔχειν, ἐκτὸς τῆς τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου ἐγγράφου ἀπολυτικῆς, ἐν ἑτέρᾳ κατατάττεσθαι ἐκκλησίᾳ· ἐπεὶ ὁ μὴ τοῦτο ἀπὸ τοῦ νῦν παραφυλαττόμενος, ἀλλὰ καταισχύνων τό γε ἐπ᾿ αὐτὸν τὸν τὴν χειροτονίαν αὐτῷ ἐπιτεθεικότα, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ παραλόγως αὐτὸν προσδεξάμενος.

Κανόνας 18 Οι κληρικοί που εκτοπίστηκαν από επιδρομή επιστρέφουν στις εκκλησίες τους

Στους κληρικούς που έγιναν μετανάστες εξαιτίας βαρβαρικής επιδρομής ή με κάποιον άλλο τρόπο από περίσταση προστάζουμε, όταν παύσει γι’ αυτούς η αφορμή ή οι επιδρομές των βαρβάρων, για τις οποίες έκαναν την αναχώρηση, να επανέρχονται πάλι στις εκκλησίες τους και να μην τις εγκαταλείπουν για πολύ χωρίς δικαιολογία. Αν δε κάποιος δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον παρόντα κανόνα, να αφορίζεται, ωσότου επιστρέψει στην εκκλησία του. Το ίδιο δε να γίνεται και για τον επίσκοπο που τον κατακρατεί.

Τοὺς προφάσει βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς, ἢ ἄλλως πως ἐκ περιστάσεως μετανάστας γενομένους κληρικούς, ἡνίκα ἂν ὁ τρόπος αὐτοῖς ἀποπαύσηται, ἢ αἱ τῶν βαρβάρων ἐπιδρομαί, δι᾿ ἃς τὴν ἀναχώρησιν ἐποιήσαντο, αὖθις ἐν ταῖς οἰκείαις ἐκκλησίαις προστάσσομεν ἐπανέρχεσθαι, καὶ μὴ ἐπὶ πολὺ ταύτας ἀπροφασίστως καταλιμπάνειν. Εἰ δέ τις μὴ κατὰ τὸν παρόντα διαγένηται κανόνα, ἀφοριζέσθω, μέχρις ἂν πρὸς τὴν οἰκείαν ἐκκλησίαν ἐπαναδράμῃ. Τὸ αὐτὸ δὲ τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῷ κατέχοντι αὐτὸν ἐπισκόπῳ γινέσθω.

Κανόνας 19 Το κήρυγμα της Γραφής όπως την ερμήνευσαν οι Πατέρες

Ότι οι προεστώτες των εκκλησιών πρέπει κάθε ημέρα, και ιδιαίτερα τις Κυριακές, να διδάσκουν όλο τον κλήρο και τον λαό τους λόγους της ευσέβειας, συλλέγοντας από τη θεία Γραφή τα νοήματα και τα κρίματα της αλήθειας, και χωρίς να παραβαίνουν τους όρους που έχουν ήδη τεθεί ή την παράδοση των θεοφόρων Πατέρων. Αλλά και αν ανακινηθεί κάποιος λόγος της Γραφής, να μην τον ερμηνεύουν διαφορετικά παρά όπως τον εξέθεσαν οι φωστήρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας με τα δικά τους συγγράμματα· και να ευδοκιμούν περισσότερο σε αυτά παρά συντάσσοντας δικούς τους λόγους, για να μην αποκλίνουν ενίοτε από το πρέπον, επειδή βρίσκονται σε αμηχανία ως προς αυτό. Διότι μέσω της διδασκαλίας των προαναφερθέντων Πατέρων οι λαοί, αποκτώντας γνώση των σπουδαίων και αξιοπροτίμητων και των ασύμφορων και απορριπτέων, μεταρρυθμίζουν τον βίο τους προς το καλύτερο και δεν αιχμαλωτίζονται από το πάθος της άγνοιας, αλλά, προσέχοντας στη διδασκαλία, παρακινούν τον εαυτό τους ώστε να μην πάθουν κακό, και με τον φόβο των τιμωριών που επικρέμονται κατεργάζονται τη σωτηρία τους.

Ὅτι δεῖ τοὺς τῶν ἐκκλησιῶν προεστῶτας, ἐν πάσῃ μὲν ἡμέρᾳ, ἐξαιρέτως δὲ ἐν ταῖς Κυριακαῖς, πάντα τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν ἐκδιδάσκειν τοὺς τῆς εὐσεβείας λόγους, ἐκ τῆς θείας γραφῆς ἀναλεγομένους τὰ τῆς ἀληθείας νοήματά τε, καὶ κρίματα, καὶ μὴ παρεκβαίνοντας τοὺς ἤδη τεθέντας ὅρους, ἢ τὴν ἐκ τῶν θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν. Ἀλλὰ καὶ εἰ γραφικὸς ἀνακινηθείη λόγος, μὴ ἄλλως τοῦτον ἑρμηνευέτωσαν, ἢ ὡς ἂν οἱ τῆς ἐκκλησίας φωστῆρες, καὶ διδάσκαλοι, διὰ τῶν οἰκείων συγγραμμάτων παρέθεντο· καὶ μᾶλλον ἐν τούτοις εὐδοκιμείτωσαν, ἢ λόγους οἰκείους συντάττοντες· ἵνα μή, ἔστιν ὅτε, πρὸς τοῦτο ἀπόρως ἔχοντες, ἀποπίπτοιεν τοῦ προσήκοντος. Διὰ γὰρ τῆς τῶν προειρημένων Πατέρων διδασκαλίας, οἱ λαοὶ ἐν γνώσει γινόμενοι τῶν τε σπουδαίων καὶ αἱρετῶν, καὶ τῶν ἀσυμφόρων καὶ ἀποβλήτων, τὸν βίον μεταῤῥυθμίζουσι πρὸς τὸ βέλτιον, καὶ τῷ τῆς ἀγνοίας οὐχ ἁλίσκονται πάθει, ἀλλὰ προσέχοντες τῇ διδασκαλίᾳ, ἑαυτοὺς πρὸς τὸ μὴ κακῶς παθεῖν παραθήγουσι, καὶ φόβῳ τῶν ἐπηρτημένων τιμωριῶν τὴν σωτηρίαν ἑαυτοῖς ἐξεργάζονται.

Κανόνας 20 Ο επίσκοπος δεν διδάσκει δημόσια σε πόλη που δεν του ανήκει

Να μην επιτρέπεται σε επίσκοπο να διδάσκει δημόσια σε άλλη πόλη που δεν του ανήκει· αν δε κάποιος αποκαλυφθεί ότι το κάνει αυτό, να παύεται από την επισκοπή και να ενεργεί τα του πρεσβυτέρου.

Μὴ ἐξέστω ἐπισκόπῳ εἰς ἑτέραν τὴν μὴ αὐτῷ προσήκουσαν πόλιν δημοσίᾳ διδάσκειν· εἰ δέ τις φωραθείη τοῦτο ποιῶν, τῆς ἐπισκοπῆς παυέσθω· τὰ δὲ τοῦ πρεσβυτέρου ἐνεργείτω.

Κανόνας 21 Οι καθαιρεμένοι κληρικοί που μετανοούν μπορούν να φέρουν την κουρά του κλήρου

Όσοι γίνονται υπεύθυνοι για κανονικά εγκλήματα και γι’ αυτό υποβάλλονται σε ολοκληρωτική και διαρκή καθαίρεση και απωθούνται στον τόπο των λαϊκών, αν μεν, στρεφόμενοι εκούσια προς την επιστροφή, απαρνούνται την αμαρτία για την οποία εξέπεσαν από τη χάρη και καθιστούν τον εαυτό τους εντελώς ξένο προς αυτήν, να κείρονται κατά το σχήμα του κλήρου· αν δε δεν το επιλέξουν αυτό με τη δική τους προαίρεση, να αφήνουν τα μαλλιά τους να μακραίνουν όπως οι λαϊκοί, επειδή προτίμησαν τον τρόπο ζωής στον κόσμο από την ουράνια ζωή.

Οἱ ἐπ᾿ ἐγκλήμασι κανονικοῖς ὑπεύθυνοι γινόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο παντελεῖ τε καὶ διηνεκεῖ καθαιρέσει ὑποβαλλόμενοι, καὶ ἐν τῷ τῶν λαϊκῶν ἀπωθούμενοι τόπῳ· εἰ μὲν ἑκουσίως πρὸς ἐπιστροφὴν ὁρῶντες ἀθετοῦσι τὴν ἁμαρτίαν, δι᾿ ἣν τῆς χάριτος ἐκπεπτώκασι, καὶ ταύτης τέλεον ἀλλοτρίους ἑαυτοὺς καθιστῶσι, τῷ τοῦ κλήρου κειρέσθωσαν σχήματι· εἰ δὲ μὴ τοῦτο αὐθαιρέτως αἱρήσονται, καθάπερ οἱ λαϊκοί, τὴν κόμην ἐπιτρεφέτωσαν, ὡς τὴν ἐν κόσμῳ ἀναστροφὴν τῆς οὐρανίου ζωῆς προτιμήσαντες.

Κανόνας 22 Η χειροτονία για χρήματα καθαιρεί και τους δύο

Όσους χειροτονούνται για χρήματα, είτε επισκόπους είτε οποιουσδήποτε κληρικούς, και όχι σύμφωνα με τη δοκιμασία και την εκλογή του βίου τους, προστάζουμε να καθαιρούνται· αλλά και εκείνους που τους χειροτόνησαν.

Τοὺς ἐπὶ χρήμασι χειροτονουμένους, εἴτε ἐπισκόπους, ἢ οἱουσδήποτε κληρικούς, καὶ οὐ κατὰ δοκιμασίαν, καὶ τοῦ βίου αἵρεσιν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· ἀλλὰ καὶ τοὺς χειροτονήσαντας.

Κανόνας 23 Καμία πληρωμή για τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας

Σχετικά με το ότι κανείς από τους επισκόπους ή πρεσβυτέρους ή διακόνους, όταν μεταδίδει την άχραντη κοινωνία, δεν πρέπει να εισπράττει από εκείνον που μετέχει, για χάρη αυτής της μεταλήψεως, οβολούς ή οποιοδήποτε είδος. Διότι ούτε η χάρη πωλείται ούτε μεταδίδουμε με χρήματα τον αγιασμό του Πνεύματος, αλλά πρέπει να μεταδίδεται χωρίς πανουργία σε όσους είναι άξιοι του δώρου. Αν δε φανεί κάποιος από όσους κατατάσσονται στον κλήρο να απαιτεί οποιοδήποτε είδος από εκείνον στον οποίο μεταδίδει την άχραντη κοινωνία, να καθαιρείται, ως ζηλωτής της πλάνης και της κακουργίας του Σίμωνα.

Περὶ τοῦ μηδένα τῶν εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, τῆς ἀχράντου μεταδιδόντα κοινωνίας, παρὰ τοῦ μετέχοντος εἰσπράττειν, τῆς τοιαύτης μεταλήψεως χάριν, ὀβολούς, ἢ εἶδος τὸ οἱονοῦν. Οὐδὲ γὰρ πεπραμένη ἡ χάρις, οὐδὲ χρήμασι τὸν ἁγιασμὸν τοῦ Πνεύματος μεταδίδομεν, ἀλλὰ τοῖς ἀξίοις τοῦ δώρου ἀπανουργεύτως μεταδοτέον. Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀπαιτῶν, ᾧ μεταδίδωσι τῆς ἀχράντου κοινωνίας, τὸ οἱονοῦν εἶδος, καθαιρείσθω, ὡς τῆς Σίμωνος ζηλωτὴς πλάνης καὶ κακουργίας.

Κανόνας 24 Κληρικοί και μοναχοί απέχουν από ιπποδρομίες και θεάματα

Να μην επιτρέπεται σε κανέναν από όσους κατατάσσονται στο ιερατικό τάγμα ή από τους μοναχούς να ανεβαίνει στις ιπποδρομίες ή να ανέχεται θεατρικά παιχνίδια· αλλά και αν κάποιος κληρικός προσκληθεί σε γάμο, όταν εισέλθουν τα παιχνίδια που αποβλέπουν στην απάτη, να σηκώνεται και να αναχωρεί αμέσως, διότι έτσι μας προστάζει η διδασκαλία των Πατέρων. Αν δε κάποιος συλληφθεί σε αυτό, ή να παύσει ή να καθαιρείται.

Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἐν τῷ ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ μοναχῶν, ἐν ἱπποδρομίαις ἀνιέναι, ἢ θυμελικῶν παιγνίων ἀνέχεσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καί τις κληρικὸς κληθείη ἐν γάμῳ, ἡνίκα ἂν τὰ πρὸς ἀπάτην εἰσέλθοιεν παίγνια, ἐξαναστήτω, καὶ παραυτίκα ἀναχωρείτω, οὕτω τῆς τῶν Πατέρων ἡμῖν προσταττούσης διδασκαλίας. Εἰ δέ τις ἐπὶ τούτῳ ἁλῷ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω.

Κανόνας 25 Οι αγροτικές ενορίες που κατέχονται τριάντα χρόνια μένουν στον επίσκοπό τους

Εκτός από τα άλλα, ανανεώνουμε και τον κανόνα που διαγορεύει ότι οι αγροτικές ή εγχώριες ενορίες κάθε εκκλησίας μένουν ακλόνητες στους επισκόπους που τις κατέχουν, και μάλιστα αν τις κατείχαν χωρίς βία και τις διοίκησαν για διάστημα τριάντα ετών. Αν δε μέσα στα τριάντα έτη έχει γίνει ή γίνει κάποια αμφισβήτηση γι’ αυτές, να επιτρέπεται σε όσους λένε ότι αδικούνται να κινούν το ζήτημα ενώπιον της συνόδου της επαρχίας.

Πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνανεοῦμεν καὶ τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα τὰς καθ᾿ ἑκάστην ἐκκλησίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα, εἰ τριακονταετῆ χρόνον αὐτὰς ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένηται περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτου κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας.

Κανόνας 26 Πρεσβύτερος σε αθέμιτο γάμο εξ αγνοίας

Ο πρεσβύτερος που από άγνοια περιπλέχθηκε σε αθέμιτο γάμο να μετέχει μεν στην καθέδρα, σύμφωνα με όσα μας νομοθέτησε ο ιερός κανόνας, να απέχει δε από τις υπόλοιπες ενέργειες· διότι αρκεί για αυτόν η συγγνώμη. Είναι δε ασυνεπές να ευλογεί άλλον εκείνος που οφείλει να περιποιείται τα δικά του τραύματα· διότι η ευλογία είναι μετάδοση αγιασμού· και εκείνος που δεν τον έχει, εξαιτίας του παραπτώματος από άγνοια, πώς θα τον μεταδώσει σε άλλον; Ούτε λοιπόν δημόσια ούτε ιδιωτικά να ευλογεί· ούτε να διανέμει σε άλλους το σώμα του Κυρίου ούτε να τελεί καμία άλλη λειτουργική πράξη· αλλά, αρκούμενος στην προεδρία, να κλαίει ενώπιον του Κυρίου για να του συγχωρηθεί το ανόμημα που έγινε από άγνοια. Διότι είναι πρόδηλο ότι ένας τέτοιος αθέμιτος γάμος θα διαλυθεί και ότι ο άνδρας δεν θα έχει καθόλου κοινωνία με εκείνη εξαιτίας της οποίας στερήθηκε την ιερά ενέργεια.

Πρεσβύτερον, τὸν κατὰ ἄγνοιαν ἀθέσμῳ γάμῳ περιπαρέντα, καθέδρας μὲν μετέχειν, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ κανόνος ἡμῖν νομοθετηθέντα, τῶν δὲ λοιπῶν ἐνεργειῶν ἀπέχεσθαι· ἀρκετὸν γὰρ τῷ τοιούτῳ ἡ συγγνώμη. Εὐλογεῖν δὲ ἕτερον τὸν τὰ οἰκεῖα τημελεῖν ὀφείλοντα τραύματα, ἀνακόλουθον· εὐλογία γάρ, ἁγιασμοῦ μετάδοσίς ἐστιν· ὁ δὲ τοῦτον μὴ ἔχων, διὰ τὸ ἐκ τῆς ἀγνοίας παράπτωμα, πῶς ἑτέρῳ μεταδώσει; Μήτε τοίνυν δημοσίᾳ, μήτε ἰδίᾳ εὐλογείτω· μήτε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου διανεμέτω ἑτέροις, μήτε τι ἄλλο λειτουργείτω· ἀλλ᾿ ἀρκούμενος τῇ προεδρίᾳ προσκλαιέτω τῷ Κυρίῳ, συγχωρηθῆναι αὐτῷ τὸ ἐκ τῆς ἀγνοίας ἀνόμημα. Πρόδηλον γάρ, ὡς ὁ τοιοῦτος ἄθεσμος γάμος διαλυθήσεται, καὶ οὐδαμῶς ὁ ἀνὴρ μετουσίαν ἕξει πρὸς τήν, δι᾿ ἧς τῆς ἱερᾶς ἐνεργείας ἐστέρηται.

Κανόνας 27 Οι κληρικοί φορούν την ενδυμασία του κλήρου, όχι ανάρμοστα ενδύματα

Κανείς από όσους κατατάσσονται στον κλήρο να μη φορεί ανάρμοστη ενδυμασία, ούτε όταν βρίσκεται στην πόλη ούτε όταν βαδίζει στον δρόμο, αλλά να χρησιμοποιεί τις στολές που έχουν ήδη αποδοθεί σε όσους κατατάσσονται στον κλήρο· αν δε κάποιος πράξει κάτι τέτοιο, να αφορίζεται για μία εβδομάδα.

Μηδεὶς τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀνοίκειον ἐσθῆτα ἀμφιεννύσθω, μήτε ἐν πόλει διάγων, μήτε ἐν ὁδῷ βαδίζων, ἀλλὰ στολαῖς κεχρήσθω ταῖς ἤδη τοῖς ἐν κλήρῳ καταλεγομένοις ἀπονεμηθείσαις· εἰ δέ τις διαπράξοιτο τὸ τοιοῦτον, ἐπὶ ἑβδομάδα μίαν ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 28 Το σταφύλι ευλογείται χωριστά και δεν δίνεται μαζί με την Ευχαριστία

Επειδή πληροφορηθήκαμε ότι σε διάφορες εκκλησίες, καθώς προσφέρεται σταφύλι στο θυσιαστήριο σύμφωνα με κάποιο έθος που επικράτησε, οι λειτουργοί το συνάπτουν με την αναίμακτη θυσία της προσφοράς και έτσι διανέμουν στον λαό και τα δύο μαζί, κρίναμε να μην το κάνει πλέον αυτό κανείς από τους ιερωμένους, αλλά να μεταδίδουν στον λαό μόνο την προσφορά, για ζωοποίηση και άφεση αμαρτιών· και οι ιερείς, λογαριάζοντας την προσκόμιση του σταφυλιού ως απαρχή, να το ευλογούν χωριστά και να μεταδίδουν από αυτό σε όσους το ζητούν, για ευχαριστία προς τον Δοτήρα των καρπών, μέσω των οποίων τα σώματά μας, σύμφωνα με τον θείο όρο, αυξάνονται και τρέφονται. Αν λοιπόν κάποιος κληρικός πράξει αντίθετα προς όσα διατάχθηκαν, να καθαιρείται.

Ἐπειδὴ ἐν διαφόροις ἐκκλησίαις μεμαθήκαμεν, σταφυλῆς ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ προσφερομένης κατά τι κρατῆσαν ἔθος, τοὺς λειτουργοὺς ταύτην τῇ ἀναιμάκτῳ τῆς προσφορᾶς θυσίᾳ συνάπτοντας, οὕτως ἅμα τῷ λαῷ διανέμειν ἀμφότερα, συνείδομεν, ὥστε μηκέτι τοῦτό τινα τῶν ἱερωμένων ποιεῖν, ἀλλ᾿ εἰς ζωοποίησιν, καὶ ἁμαρτιῶν ἄφεσιν, τῷ λαῷ τῆς προσφορᾶς μόνης μεταδιδόναι· ὡς ἀπαρχὴν δὲ τὴν τῆς σταφυλῆς λογιζομένους προσένεξιν, ἰδικῶς τοὺς ἱερεῖς εὐλογοῦντας, τοῖς αἰτοῦσι ταύτης μεταδιδόναι, πρὸς τὴν τοῦ δοτῆρος τῶν καρπῶν εὐχαριστίαν, δι᾿ ὧν τὰ σώματα ἡμῶν, κατὰ τὸν θεῖον ὅρον, αὔξει τε καὶ ἐκτρέφεται. Εἴ τις οὖν κληρικὸς παρὰ τὰ διατεταγμένα ποιήσοι, καθαιρείσθω.

Κανόνας 29 Καμία λύση της νηστείας της Τεσσαρακοστής τη Μεγάλη Πέμπτη

Ο κανόνας εκείνων της Καρθαγένης διαγορεύει ότι τα άγια του θυσιαστηρίου δεν τελούνται παρά μόνο από νηστικούς ανθρώπους, με εξαίρεση μία ημέρα του έτους, κατά την οποία τελείται το Κυριακό δείπνο, αφού ίσως τότε εκείνοι οι θείοι Πατέρες έκαναν χρήση τέτοιας οικονομίας για κάποιους τοπικούς λόγους ωφέλιμους για την Εκκλησία. Επειδή λοιπόν τίποτε δεν μας ωθεί να εγκαταλείψουμε την ακρίβεια, ορίζουμε, ακολουθώντας τις αποστολικές και πατερικές παραδόσεις, ότι δεν πρέπει κατά την Τεσσαρακοστή, στην τελευταία εβδομάδα, να λύεται η νηστεία την Πέμπτη και να ατιμάζεται όλη η Τεσσαρακοστή.

Ὁ τῶν ἐν Καρθαγένῃ διαγορεύει κανών, ὥστε, ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι, ἐξῃρημένης μιᾶς ἐτησίας ἡμέρας, ἐν ᾗ τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐπιτελεῖται, ἴσως τηνικαῦτα, διά τινας κατὰ τοὺς τόπους προφάσεις τῇ ἐκκλησίᾳ λυσιτελεῖς, τῶν θείων ἐκείνων Πατέρων τοιαύτῃ χρησαμένων οἰκονομίᾳ. Μηδενὸς οὖν ἡμᾶς ἐνάγοντος καταλιπεῖν τὴν ἀκρίβειαν, ὁρίζομεν, ἀποστολικαῖς καὶ πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι, μὴ δεῖν ἐν Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν πέμπτην λύειν, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν.

Κανόνας 30 Ιερείς βαρβαρικών εκκλησιών που χωρίζονται από τις συζύγους τους

Θέλοντας να πράττουμε τα πάντα για την οικοδομή της Εκκλησίας, αποφασίσαμε να δείξουμε οικονομία και προς τους ιερείς των βαρβαρικών εκκλησιών· ώστε, αν νομίζουν ότι πρέπει να υπερβούν τον αποστολικό κανόνα, εκείνον για το να μη διώχνει κανείς τη σύζυγό του με πρόφαση την ευλάβεια, και να κάνουν περισσότερα από όσα ορίστηκαν, και γι’ αυτό, σε συμφωνία με τις συζύγους τους, απέχουν από τις μεταξύ τους συζυγικές σχέσεις, ορίζουμε αυτοί να μη συνοικούν πλέον με αυτές με κανέναν απολύτως τρόπο, ώστε να μας δώσουν έτσι πλήρη απόδειξη της υποσχέσεώς τους. Αυτό δε τους το παραχωρήσαμε όχι για κάποιον άλλο λόγο, παρά μόνο εξαιτίας της μικροψυχίας του φρονήματός τους και του ξένου και ασταθούς χαρακτήρα των ηθών τους.

Πάντα πρὸς οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας βουλόμενοι διαπράττεσθαι, καὶ τοὺς ἐν ταῖς βαρβαρικαῖς ἐκκλησίαις ἱερέας οἰκονομεῖν διεγνώκαμεν· ὥστε, εἰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν περὶ τοῦ προφάσει εὐλαβείας τὴν οἰκείαν γαμετὴν μὴ ἐκβάλλειν, ὑπεραναβαίνειν οἴονται δεῖν, καὶ πέραν τῶν ὁρισθέντων ποιεῖν, ἐκ τούτου τε μετὰ τῶν οἰκείων συμφωνοῦντες συμβίων, τῆς πρὸς ἀλλήλους ὁμιλίας ἀπέχονται· ὁρίζομεν, τούτους μηκέτι ταύταις συνοικεῖν καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον, ὡς ἂν ἡμῖν ἐντεῦθεν ἐντελῆ τῆς ὑποσχέσεως παρέξοιεν τὴν ἀπόδειξιν. Πρὸς τοῦτο δὲ αὐτοῖς, οὐ δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὴν τῆς γνώμης μικροψυχίαν, καὶ τὸ τῶν ἠθῶν ἀπεξενωμένον, καὶ ἀπαγές, ἐνδεδώκαμεν.

Κανόνας 31 Λειτουργία ή βάπτισμα σε ευκτήρια οικιών με τη γνώμη του επισκόπου

Για τους κληρικούς που λειτουργούν ή βαπτίζουν στους ευκτήριους οίκους που βρίσκονται μέσα σε οικίες, ορίζουμε να το πράττουν αυτό με τη γνώμη του τοπικού επισκόπου· ώστε, αν κάποιος κληρικός δεν το τηρήσει έτσι, να καθαιρείται.

Τοὺς ἐν τοῖς εὐκτηρίοις οἴκοις, ἔνδον οἰκίας τυγχάνουσι, λειτουργοῦντας, ἢ βαπτίζοντας κληρικούς, ὑπὸ γνώμην τοῦτο πράττειν τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου, ὁρίζομεν· ὥστε, εἴ τις κληρικὸς μὴ τοῦτο οὕτω παραφυλάξῃ, καθαιρείσθω.

Κανόνας 32 Στον οίνο της Ευχαριστίας πρέπει να αναμειγνύεται νερό

Επειδή ήλθε σε γνώση μας ότι στη χώρα των Αρμενίων όσοι τελούν την αναίμακτη θυσία προσφέρουν στην ιερά τράπεζα μόνο οίνο, χωρίς να αναμειγνύουν σε αυτόν νερό, προβάλλοντας τον διδάσκαλο της Εκκλησίας Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος λέει στην ερμηνεία του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου τα εξής: Για ποιον λόγο, αφού αναστήθηκε, δεν ήπιε νερό αλλά οίνο; Ξεριζώνοντας πρόρριζα μια άλλη πονηρή αίρεση. Διότι, επειδή υπάρχουν κάποιοι που χρησιμοποιούν νερό στα μυστήρια, δείχνει ότι και όταν παρέδωσε τα μυστήρια και όταν, αφού αναστήθηκε, παρέθετε απλή τράπεζα χωρίς μυστήρια, χρησιμοποιούσε οίνο «εκ του γεννήματος», λέει, «της αμπέλου»· και η άμπελος γεννά οίνο, όχι νερό· και από αυτό νομίζουν ότι ο διδάσκαλος ανατρέπει την προσφορά του νερού στην ιερά θυσία. Για να μην κατέχονται και από τώρα και στο εξής από την άγνοια, αποκαλύπτουμε ορθοδόξως τη διάνοια του Πατέρα. Διότι, επειδή η πονηρή αίρεση των Υδροπαραστατών είναι παλαιά, οι οποίοι στη δική τους θυσία χρησιμοποιούν μόνο νερό αντί για οίνο, αυτός ο θεοφόρος άνδρας, ανασκευάζοντας την παράνομη διδαχή αυτής της αιρέσεως και δείχνοντας ότι πορεύονται αντίθετα προς την αποστολική παράδοση, συνέταξε τον λόγο που αναφέρθηκε. Διότι και στη δική του εκκλησία, όπου του ανατέθηκε η ποιμαντική ηγεσία, παρέδωσε να αναμειγνύεται νερό με τον οίνο, όποτε έπρεπε να τελεστεί η αναίμακτη θυσία, δείχνοντας την ανάμειξη αίματος και νερού από την τίμια πλευρά του Λυτρωτή και Σωτήρα μας Χριστού του Θεού, η οποία εκχύθηκε για τη ζωοποίηση όλου του κόσμου και την απολύτρωση των αμαρτιών· και σε κάθε εκκλησία, όπου έλαμψαν οι πνευματικοί φωστήρες, επικρατεί αυτή η θεόσδοτη τάξη. Διότι και ο Ιάκωβος, ο κατά σάρκα αδελφός του Χριστού του Θεού μας, στον οποίο ανατέθηκε πρώτο ο θρόνος της εκκλησίας των Ιεροσολυμιτών, και ο Βασίλειος, ο αρχιεπίσκοπος των Καισαρέων, του οποίου η φήμη διέτρεξε όλη την οικουμένη, αφού μας παρέδωσαν εγγράφως τη μυστική ιερουργία, εξέθεσαν ότι έτσι πρέπει να τελειώνεται στη θεία λειτουργία το ιερό ποτήριο, από νερό και οίνο. Και οι όσιοι Πατέρες που συγκεντρώθηκαν στην Καρθαγένη έκαναν ρητά μνεία ως εξής: να μην προσφέρεται στα άγια τίποτε περισσότερο από το σώμα και το αίμα του Κυρίου, όπως τα παρέδωσε και ο ίδιος ο Κύριος, δηλαδή από άρτο και οίνο αναμεμειγμένο με νερό. Αν λοιπόν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος δεν πράττει σύμφωνα με την τάξη που παραδόθηκε από τους Αποστόλους, αναμειγνύοντας νερό με οίνο και προσφέροντας έτσι την άχραντη θυσία, να καθαιρείται, ως αυτός που εξαγγέλλει ατελώς το μυστήριο και καινοτομεί στα παραδεδομένα.

Ἐπειδὴ εἰς γνῶσιν ἡμετέραν ἦλθεν, ὡς ἐν τῇ τῶν Ἀρμενίων χώρᾳ οἶνον μόνον ἐν τῇ ἱερᾷ τραπέζῃ προσάγουσιν, ὕδωρ αὐτῷ μὴ μιγνύντες, οἱ τὴν ἀναίμακτον θυσίαν ἐπιτελοῦντες, προτιθέμενοι τὸν τῆς ἐκκλησίας διδάσκαλον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, φάσκοντα, διὰ τῆς εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ἑρμηνείας, ταῦτα· Τίνος ἕνεκεν οὐχ ὕδωρ ἔπιεν ἀναστάς, ἀλλ᾿ οἶνον; ἄλλην αἵρεσιν πονηρὰν πρόρριζον ἀνασπῶν· ἐπειδὴ γάρ εἰσί τινες ἐν τοῖς μυστηρίοις ὕδατι κεχρημένοι, δεικνύς, ὅτι, καὶ ἡνίκα τὰ μυστήρια παρέδωκε, καὶ ἡνίκα ἀναστάς, χωρὶς μυστηρίων καὶ ψιλὴν τράπεζαν παρετίθετο, οἴνῳ ἐχρῆτο ἐκ τοῦ γεννήματος, φησί, τῆς ἀμπέλου· ἄμπελος δὲ οἶνον, οὐχ ὕδωρ γεννᾷ· ἐκ τούτου τε τὸν διδάσκαλον οἴονται ἀνατρέπειν τὴν τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ἱερᾷ θυσίᾳ προσαγωγήν. Ὡς ἂν μὴ καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν κατέχοιντο τῇ ἀγνοίᾳ, τὴν τοῦ Πατρὸς διάνοιαν ὀρθοδόξως ἀποκαλύπτομεν. Τῆς γὰρ πονηρᾶς τῶν Ὑδροπαραστατῶν αἱρέσεως παλαιᾶς ὑπαρχούσης, οἳ ἀντὶ οἴνου μόνῳ τῷ ὕδατι ἐν τῇ οἰκείᾳ θυσίᾳ κέχρηνται, ἀνασκευάζων οὗτος ὁ θεοφόρος ἀνὴρ τὴν παράνομον τῆς τοιαύτης αἱρέσεως διδαχήν, καὶ δεικνύς, ὡς ἐξ ἐναντίας τῆς ἀποστολικῆς ἵενται παραδόσεως, τὸν εἰρημένον κατεσκεύασε λόγον. Ἐπεὶ καὶ τῇ κατ᾿ αὐτὸν ἐκκλησίᾳ, ἔνθα τὴν ποιμαντικὴν ἐνεχειρίσθη ἡγεμονίαν, ὕδωρ οἴνῳ μιγνύναι παρέδωκεν, ἡνίκα τὴν ἀναίμακτον θυσίαν ἐπιτελεῖσθαι δεήσειε, τὴν ἐκ τῆς τιμίας πλευρᾶς τοῦ λυτρωτοῦ ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἐξ αἵματος καὶ ὕδατος κρᾶσιν παραδεικνύς, ἥτις εἰς ζωοποίησιν παντὸς τοῦ κόσμου ἐξεχύθη, καὶ ἁμαρτιῶν ἀπολύτρωσιν· καὶ κατὰ πᾶσαν δὲ ἐκκλησίαν, ἔνθα οἱ πνευματικοὶ φωστῆρες ἐξέλαμψαν, ἡ θεόσδοτος αὕτη τάξις κρατεῖ. Καὶ γὰρ καὶ Ἰάκωβος ὁ κατὰ σάρκα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀδελφός, ὃς τῆς Ἱεροσολυμιτῶν ἐκκλησίας πρῶτος τὸν θρόνον ἐνεπιστεύθη, καὶ Βασίλειος ὁ τῆς Καισαρέων ἀρχιεπίσκοπος, οὗ τὸ κλέος κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διέδραμεν, ἐγγράφως τὴν μυστικὴν ἡμῖν ἱερουργίαν παραδεδωκότες, οὕτω τελειοῦν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ ἐξ ὕδατός τε καὶ οἴνου τὸ ἱερὸν ποτήριον ἐκδεδώκασι. Καὶ οἱ ἐν Καρθαγένῃ συναχθέντες ὅσιοι Πατέρες, οὕτω ῥητῶς ἐπεμνήσθησαν, ἵνα ἐν τοῖς ἁγίοις μηδὲν πλέον τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου προσενεχθείη, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος παραδέδωκε, τοὐτέστιν ἄρτου καὶ οἴνου ὕδατι μεμιγμένου. Εἴ τις οὖν ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, μὴ κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων τάξιν ποιεῖ, καὶ ὕδωρ οἴνῳ μιγνύς, οὕτω τὴν ἄχραντον προσάγει θυσίαν, καθαιρείσθω, ὡς ἀτελῶς τὸ μυστήριον ἐξαγγέλλων, καὶ καινίζων τὰ παραδεδομένα.

Κανόνας 33 Οι κληρικοί επιλέγονται κατ’ αξίαν, όχι από ιερατική καταγωγή

Επειδή μάθαμε ότι στη χώρα των Αρμενίων κατατάσσονται στον κλήρο μόνο όσοι κατάγονται από ιερατικό γένος (όσοι επιχειρούν να το πράττουν αυτό ακολουθούν ιουδαϊκά έθιμα), και ότι μερικοί από αυτούς καθίστανται ιεροψάλτες και αναγνώστες του θείου ναού ακόμη και χωρίς να έχουν καρεί, κρίναμε ότι από τώρα και στο εξής δεν επιτρέπεται σε όσους θέλουν να προάγουν κάποιους στον κλήρο να αποβλέπουν στο γένος εκείνου που προχειρίζεται· αλλά, αφού εξετάσουν αν είναι άξιοι, σύμφωνα με τους όρους που τέθηκαν στους ιερούς κανόνες, να καταταχθούν στον κλήρο, να τους προχειρίζουν ως εκκλησιαστικούς, είτε κατάγονται από προγόνους ιερείς είτε όχι. Αλλά ούτε να επιτρέπουν σε κανέναν απολύτως να εκφωνεί τους θείους λόγους στον λαό από τον άμβωνα, κατά την τάξη όσων κατατάσσονται στον κλήρο, εκτός αν αυτός έχει λάβει την ιερατική κουρά και έχει δεχθεί κανονικά την ευλογία από τον ποιμένα του. Αν δε κάποιος αποκαλυφθεί ότι πράττει αντίθετα προς όσα γράφτηκαν παραπάνω, να αφορίζεται.

Ἐπειδή περ ἔγνωμεν ἐν τῇ Ἀρμενίων χώρᾳ, μόνους ἐν κλήρῳ, τοὺς ἐκ γένους ἱερατικοῦ κατατάττεσθαι, Ἰουδαϊκοῖς ἔθεσιν ἑπομένων τῶν τοῦτο πράττειν ἐπιχειρούντων, τινὰς δὲ αὐτῶν καὶ μὴ ἀποκειρομένους, ἱεροψάλτας, καὶ ἀναγνώστας τοῦ θείου ναοῦ καθίστασθαι· συνείδομεν, ὥστε ἀπὸ τοῦ νῦν, μὴ ἐξεῖναι τοῖς εἰς κλῆρον βουλομένοις προάγειν τινάς, εἰς τὸ γένος ἀποβλέπειν τοῦ προχειριζομένου· ἀλλὰ δοκιμάζοντες, εἰ ἄξιοι εἶεν, κατὰ τοὺς τεθέντας ἐν τοῖς ἱεροῖς κανόσιν ὅρους, ἐν κλήρῳ καταλεγῆναι, τούτους ἐκκλησιαστικοὺς προχειρίζεσθαι, εἴτε καὶ ἐκ προγόνων γεγόνασιν ἱερέων, εἴτε καὶ μή. Ἀλλὰ μηδέ τινα τῶν ἁπάντων συγχωρεῖν ἐπ᾿ ἄμβωνος, κατὰ τὴν τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων τάξιν, τοὺς θείους τῷ λαῷ λόγους ἀποφωνεῖν· εἰ μή τι ἂν ἱερατικῇ κουρᾷ χρήσηται ὁ τοιοῦτος, καὶ τὴν εὐλογίαν ὑπὸ τοῦ οἰκείου ποιμένος κανονικῶς ὑποδέξηται. Εἰ δέ τις φωραθείη παρὰ τὰ προγεγραμμένα ποιῶν, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 34 Κληρικοί και μοναχοί που συνωμοτούν εκπίπτουν από τον βαθμό τους

Επειδή και ο ιερατικός κανόνας διαγορεύει σαφώς και τούτο, ότι το έγκλημα της συνωμοσίας ή της φατρίας απαγορεύεται εντελώς και από τους νόμους έξω από την Εκκλησία, και πολύ περισσότερο αρμόζει να απαγορεύεται να γίνεται αυτό στην Εκκλησία του Θεού, και εμείς φροντίζουμε να τηρείται ότι, αν κάποιοι κληρικοί ή μοναχοί βρεθούν είτε να συνωμοτούν είτε να σχηματίζουν φατρίες είτε να μηχανεύονται σκευωρίες κατά επισκόπων ή συγκληρικών, να εκπίπτουν εντελώς από τον βαθμό τους.

Καὶ τοῦτο δὲ τοῦ ἱερατικοῦ κανόνος σαφῶς διαγορεύοντος, ὡς τὸ τῆς συνωμοσίας, ἢ φρατρίας ἔγκλημα καὶ παρὰ τῶν ἔξω νόμων πάντῃ κεκώλυται, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίᾳ τοῦτο γίνεσθαι ἀπαγορεύειν προσήκει· καὶ ἡμεῖς παραφυλάττειν σπουδάζομεν, ὡς εἴ τινες κληρικοί, ἢ μοναχοὶ εὑρεθεῖεν ἢ συνομνύμενοι, ἢ φατριάζοντες, ἢ κατασκευὰς τυρεύοντες ἐπισκόπων, ἢ συγκληρικῶν, ἐκπιπτέτωσαν πάντῃ τοῦ οἰκείου βαθμοῦ.

Κανόνας 35 Ο μητροπολίτης δεν σφετερίζεται την περιουσία επισκόπου που πέθανε

Να μην επιτρέπεται σε κανέναν απολύτως από τους μητροπολίτες, όταν πεθαίνει επίσκοπος που υπάγεται στον θρόνο του, να αφαιρεί ή να σφετερίζεται τα πράγματα εκείνου ή της εκκλησίας του· αλλά να βρίσκονται υπό τη φύλαξη του κλήρου της εκκλησίας της οποίας ήταν πρόεδρος ο αποθανών, μέχρι την προαγωγή άλλου επισκόπου· εκτός αν δεν απέμειναν κληρικοί στην ίδια εκκλησία· διότι τότε ο μητροπολίτης θα τα φυλάξει ακέραια, αποδίδοντάς τα όλα στον επίσκοπο που θα χειροτονηθεί.

Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἁπάντων μητροπολιτῶν, τελευτῶντος ἐπισκόπου τελοῦντος ὑπὸ τὸν κατ᾿ αὐτὸν θρόνον, τὰ αὐτοῦ πράγματα, ἢ τῆς κατ᾿ αὐτὸν ἐκκλησίας, ἀφαιρεῖσθαι, ἢ σφετερίζεσθαι· ἀλλ᾿ ὑπὸ παραφυλακὴν ἔστωσαν τοῦ κλήρου τῆς ἐκκλησίας, ἧς ὁ τελευτήσας ἐτύγχανε πρόεδρος, μέχρι τῆς ἑτέρου ἐπισκόπου προαγωγῆς· ἐκτὸς εἰμὴ κληρικοὶ ἐν τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ οὐχ ὑπελείφθησαν· τηνικαῦτα γὰρ ὁ μητροπολίτης ταῦτα παραφυλάξει ἀμείωτα, τῷ χειροτονηθησομένῳ ἐπισκόπῳ πάντα ἀποδιδούς.

Κανόνας 36 Η θέση της Κωνσταντινουπόλεως και η σειρά των θρόνων

Ανανεώνοντας όσα νομοθέτησαν οι εκατόν πενήντα άγιοι Πατέρες που συνήλθαν σε αυτή τη θεοφύλακτη και βασιλεύουσα πόλη και οι εξακόσιοι τριάντα που συγκεντρώθηκαν στη Χαλκηδόνα, ορίζουμε ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως να απολαμβάνει ίσα πρεσβεία με τον θρόνο της πρεσβυτέρας Ρώμης και να μεγαλύνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα όπως εκείνος, όντας δεύτερος μετά από εκείνον· μετά από αυτόν να αριθμείται ο θρόνος της μεγαλουπόλεως των Αλεξανδρέων, έπειτα εκείνος της Αντιοχείας, και μετά από αυτόν εκείνος της πόλεως των Ιεροσολυμιτών.

Ἀνανεούμενοι τὰ παρὰ τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καὶ βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καὶ τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τὸν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης θρόνου, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὃν τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείσθω θρόνος, εἶτα ὁ Ἀντιοχείας, καὶ μετὰ τοῦτον, ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως.

Κανόνας 37 Οι επίσκοποι που δεν μπορούν να φθάσουν στους θρόνους τους διατηρούν τα δικαιώματά τους

Επειδή σε διάφορους καιρούς έγιναν βαρβαρικές έφοδοι, και πάρα πολλές πόλεις έγιναν έτσι υποχείριες στους ανόμους, ώστε ο πρόεδρος μιας τέτοιας πόλεως να μην μπορέσει γι’ αυτό, μετά τη χειροτονία του, να καταλάβει τον θρόνο του και να εδραιωθεί σε αυτόν με ιερατική εγκατάσταση, και έτσι, κατά το έθος που επικράτησε, να πράττει και να διαχειρίζεται τις χειροτονίες και όλα όσα ανήκουν στον επίσκοπο· εμείς, φυλάσσοντας για την ιερωσύνη την τιμή και τον σεβασμό της, και μη θέλοντας καθόλου να ασκείται η βία των εθνικών προς βλάβη των εκκλησιαστικών δικαίων, κρίναμε να τηρείται το απροκριμάτιστο για όσους χειροτονήθηκαν έτσι και για τον λόγο που εκτέθηκε δεν εγκαταστάθηκαν στους θρόνους τους, ώστε και να κάνουν κανονικά χειροτονίες διαφόρων κληρικών, και να χρησιμοποιούν την αυθεντία της προεδρίας σύμφωνα με το δικό της όριο, και να είναι βέβαιη και νόμιμη κάθε διοίκηση που προέρχεται από αυτούς. Διότι, όταν η ακρίβεια περιοριστεί από τον καιρό της ανάγκης, δεν θα περιοριστεί το όριο της οικονομίας.

Ἐπειδὴ κατὰ διαφόρους καιροὺς βαρβαρικαὶ γεγόνασιν ἔφοδοι, καὶ πλεῖσται πόλεις ἐντεῦθεν ὑποχείριοι τοῖς ἀνόμοις κατέστησαν, ὡς ἐντεῦθεν μὴ δυνηθῆναι τὸν τῆς τοιαύτης πόλεως πρόεδρον, μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ χειροτονίαν, τὸν οἰκεῖον θρόνον καταλαβεῖν, καὶ ἐν αὐτῷ ἱερατικῇ καταστάσει ἐνιδρυθῆναι, καὶ οὕτω κατὰ τὸ κρατῆσαν ἔθος τὰς χειροτονίας, καὶ πάντα, ἃ τῷ ἐπισκόπῳ ἀνήκει, πράττειν τε καὶ μεταχειρίζεσθαι· ἡμεῖς τὸ τίμιον, καὶ σεβάσμιον τῇ ἱερωσύνῃ φυλάττοντες, καὶ μηδαμῶς πρὸς λύμην τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαίων τὴν ἐθνικὴν ἐπήρειαν ἐνεργεῖσθαι βουλόμενοι, τοῖς οὕτω χειροτονηθεῖσι, καὶ διὰ τὴν προκειμένην αἰτίαν ἐν τοῖς ἑαυτῶν μὴ ἐγκαταστᾶσι θρόνοις, τὸ ἀπροκριμάτιστον τηρεῖσθαι συνεωράκαμεν, ὥστε καὶ χειροτονίας κληρικῶν διαφόρων κανονικῶς ποιεῖν, καὶ τῇ τῆς προεδρίας αὐθεντίᾳ κατὰ τὸν ἴδιον ὅρον κεχρῆσθαι, καὶ βεβαίαν, καὶ νενομισμένην εἶναι πᾶσαν ὑπ᾿ αὐτῶν προϊοῦσαν διοίκησιν. Οὐ γὰρ ὑπὸ τοῦ τῆς ἀνάγκης καιροῦ τῆς ἀκριβείας περιγραφείσης, ὁ τῆς οἰκονομίας ὅρος περιορισθήσεται.

Κανόνας 38 Η εκκλησιαστική τάξη ακολουθεί την πολιτική διάταξη των νέων πόλεων

Τηρούμε και εμείς τον κανόνα που έθεσαν οι Πατέρες μας, ο οποίος διαγορεύει τα εξής: Αν κάποια πόλη ανανεώθηκε με βασιλική εξουσία ή ανανεωθεί στο εξής, να ακολουθεί και η τάξη των εκκλησιαστικών πραγμάτων τις πολιτικές και δημόσιες διατάξεις.

Τὸν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν τεθέντα κανόνα καὶ ἡμεῖς παραφυλάττομεν, τὸν οὕτω διαγορεύοντα· Εἴ τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τάξις ἀκολουθείτω.

Κανόνας 39 Τα προνόμια του θρόνου της Κύπρου διατηρούνται στην εξορία

Επειδή ο αδελφός και συλλειτουργός μας Ιωάννης, ο πρόεδρος της νήσου των Κυπρίων, μαζί με τον λαό του, μετανάστευσε από την εν λόγω νήσο στην επαρχία του Ελλησπόντου, και εξαιτίας των βαρβαρικών εφόδων και για να ελευθερωθεί από τη δουλεία των εθνικών και να υποταχθεί καθαρά στα σκήπτρα του χριστιανικότατου κράτους, με την πρόνοια του φιλάνθρωπου Θεού και τον μόχθο του φιλόχριστου και ευσεβούς βασιλέα μας, κρίνουμε να διαφυλαχθούν ακαινοτόμητα τα προνόμια που παραχωρήθηκαν στον θρόνο του προαναφερθέντος ανδρός από τους θεοφόρους Πατέρες που συνήλθαν παλαιότερα στην Έφεσο, ώστε η Νέα Ιουστινιανούπολη να έχει το δίκαιο της Κωνσταντινουπόλεως, και ο θεοφιλέστατος επίσκοπος που καθίσταται σε αυτήν να προεδρεύει όλων εκείνων της επαρχίας των Ελλησποντίων και να χειροτονείται από τους δικούς του επισκόπους, κατά την αρχαία συνήθεια. Διότι και οι θεοφόροι Πατέρες μας αποφάσισαν να τηρούνται τα έθιμα κάθε εκκλησίας· με τον επίσκοπο της πόλεως των Κυζικηνών να υπόκειται στον πρόεδρο της εν λόγω Ιουστινιανουπόλεως, κατά μίμηση όλων των υπόλοιπων επισκόπων που είναι υπό τον προαναφερθέντα θεοφιλέστατο πρόεδρο Ιωάννη, από τον οποίο, όταν το καλεί η ανάγκη, θα χειροτονείται και ο επίσκοπος της ίδιας πόλεως των Κυζικηνών.

Τοῦ ἀδελφοῦ καὶ συλλειτουργοῦ ἡμῶν Ἰωάννου, τοῦ τῆς Κυπρίων νήσου προέδρου, ἅμα τῷ οἰκείῳ λαῷ, ἐπὶ τὴν Ἑλλησπόντιον ἐπαρχίαν, διά τε τὰς βαρβαρικὰς ἐφόδους, διά τε τὸ τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερωθῆναι δουλείας, καὶ καθαρῶς τοῖς σκήπτροις τοῦ χριστιανικωτάτου κράτους ὑποταγῆναι, τῆς εἰρημένης μεταναστάντος νήσου, προνοίᾳ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, καὶ μόχθῳ τοῦ φιλοχρίστου καὶ εὐσεβοῦς ἡμῶν βασιλέως, συνορῶμεν, ὥστε ἀκαινοτόμητα διαφυλαχθῆναι τὰ παρὰ τῶν ἐν Ἐφέσῳ τὸ πρότερον συνελθόντων θεοφόρων Πατέρων τῷ θρόνῳ τοῦ προγεγραμμένου ἀνδρὸς παρασχεθέντα προνόμια, ὥστε τὴν νέαν Ἰουστινιανούπολιν τὸ δίκαιον ἔχειν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τὸν ἐπ᾿ αὐτῇ καθιστάμενον θεοφιλέστατον ἐπίσκοπον, πάντων προεδρεύειν τῶν τῆς Ἑλλησποντίων ἐπαρχίας, καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων ἐπισκόπων χειροτονεῖσθαι, κατὰ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν. Τὰ γὰρ ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ ἔθη, καὶ οἱ θεοφόροι ἡμῶν Πατέρες παραφυλάττεσθαι διεγνώκασι, τοῦ τῆς Κυζικηνῶν πόλεως ἐπισκόπου ὑποκειμένου τῷ προέδρῳ τῆς εἰρημένης Ἰουστινιανουπόλεως, μιμήσει τῶν λοιπῶν ἁπάντων ἐπισκόπων, τῶν ὑπὸ τὸν λεχθέντα θεοφιλέστατον πρόεδρον Ἰωάννην, ὑφ᾿ οὗ χρείας καλούσης, καὶ ὁ τῆς αὐτῆς Κυζικηνῶν πόλεως ἐπίσκοπος χειροτονηθήσεται.

Κανόνας 40 Κατώτατη ηλικία δέκα ετών για τη μοναχική ομολογία

Επειδή είναι πολύ σωτήριο να προσκολλάται κανείς στον Θεό μέσω της αναχωρήσεως από τους θορύβους του βίου, πρέπει να μη δεχόμαστε χωρίς εξέταση και άκαιρα όσους επιλέγουν τον μονήρη βίο, αλλά να τηρούμε και στην περίπτωσή τους τον όρο που μας παραδόθηκε από τους Πατέρες· ώστε η ομολογία του κατά Θεόν βίου πρέπει να γίνεται δεκτή τότε, ως πλέον βέβαιη και ως γινόμενη από γνώση και κρίση, μετά τη συμπλήρωση του λογικού. Να είναι λοιπόν όποιος πρόκειται να μπει κάτω από τον μοναχικό ζυγό όχι μικρότερος από δέκα ετών, ενώ και η δοκιμασία γι’ αυτό θα εναπόκειται στον πρόεδρο, αν κρίνει ωφελιμότερο να αυξηθεί γι’ αυτόν ο χρόνος για την εισαγωγή και την εγκατάστασή του στον βίο αυτό. Διότι, αν και ο Μέγας Βασίλειος στους ιερούς του κανόνες νομοθετεί να αριθμείται στο τάγμα των παρθένων εκείνη που προσφέρει εκούσια τον εαυτό της στον Θεό και ασπάζεται την παρθενία, όταν διανύει το δέκατο έβδομο έτος της, όμως εμείς, ακολουθώντας το παράδειγμα των χηρών και των διακονισσών, ορίσαμε αναλόγως στον προαναφερθέντα χρόνο όσους επέλεξαν τον μονήρη βίο. Διότι στον θείο Απόστολο είναι γραμμένο ότι η χήρα καταλέγεται στην Εκκλησία όταν είναι εξήντα ετών· οι δε ιεροί κανόνες παρέδωσαν να χειροτονείται η διακόνισσα σαράντα ετών, επειδή είδαν την Εκκλησία να γίνεται με τη θεία χάρη κραταιότερη και να προχωρεί προς τα εμπρός, και τη σταθερότητα και την ασφάλεια των πιστών στην τήρηση των θείων εντολών· πράγμα που κατανοήσαμε άριστα και εμείς και το ορίσαμε τώρα, αποτυπώνοντας γρήγορα, σαν κάποια σφραγίδα, την ευλογία της χάριτος σε εκείνον που πρόκειται να αρχίσει τους κατά Θεόν αγώνες, οδηγώντας τον έτσι ώστε να μη διστάζει και να μην οπισθοχωρεί για πολύ, ή μάλλον και παρακινώντας τον προς την εκλογή και την εδραίωση του αγαθού.

Ἐπειδὴ τῷ Θεῷ κολλᾶσθαι, διὰ τῆς ἐκ τῶν τοῦ βίου θορύβων ἀναχωρήσεως, λίαν ἐστὶ σωτήριον, χρὴ μὴ ἀνεξετάστως ἡμᾶς παρὰ τὸν καιρὸν τοὺς τὸν μονήρη βίον αἱρουμένους προσίεσθαι, ἀλλὰ τὸν παραδοθέντα ἡμῖν παρὰ τῶν Πατέρων καὶ ἐν αὐτοῖς φυλάττειν ὅρον· ὥστε τὴν ὁμολογίαν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, τότε προσίεσθαι δεῖ, ὡς ἤδη βεβαίαν, καὶ ἀπὸ γνώσεως, καὶ κρίσεως γινομένην, μετὰ τὴν τοῦ λόγου συμπλήρωσιν. Ἔστω τοίνυν ὁ μέλλων τὸν μοναχικὸν ὑπέρχεσθαι ζυγόν, οὐχ ἥττων ἢ δεκαετής, ἐν τῷ προέδρῳ κειμένης καὶ τῆς ἐπὶ τούτῳ δοκιμασίας, εἰ εἰς τὸν χρόνον αὐτῷ αὐξηθῆναι λυσιτελέστερον ἡγεῖται, πρὸς τὴν ἐν τῷ βίῳ εἰσαγωγήν, καὶ κατάστασιν. Εἰ γὰρ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος, ἐν τοῖς ἱεροῖς αὐτοῦ κανόσι, τὴν ἑκουσίως ἑαυτὴν προάγουσαν τῷ Θεῷ, καὶ τὴν παρθενίαν ἀσπαζομένην, τὸν ἑπτακαιδέκατον διανύουσαν χρόνον, τῷ τῶν παρθένων τάγματι ἀριθμεῖσθαι νομοθετεῖ· ἀλλ᾿ οὖν τῷ περὶ τῶν χηρῶν τε, καὶ διακονισσῶν παραδείγματι παρακολουθήσαντες, εἰς τὸν εἰρημένον χρόνον ἀναλόγως τοὺς τὸν μονήρη βίον ἑλομένους περιεστήσαμεν. Ἐν γὰρ τῷ θείῳ Ἀποστόλῳ γέγραπται, ἑξήκοντα ἐτῶν τὴν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καταλέγεσθαι χήραν· οἱ δὲ ἱεροὶ κανόνες, τεσσαράκοντα ἐτῶν τὴν διακόνισσαν χειροτονεῖσθαι παραδεδώκασι, τὴν ἐκκλησίαν χάριτι θείᾳ κραταιοτέραν γινομένην, καὶ ἐπὶ τὰ πρόσω βαίνουσαν ἑωρακότες, καὶ τὸ τῶν πιστῶν πρὸς τὴν τῶν θείων ἐντολῶν τήρησιν πάγιόν τε καὶ ἀσφαλές· ὅπερ καὶ ἡμεῖς ἄριστα κατανοήσαντες, ἀρτίως διωρισάμεθα, τὴν εὐλογίαν τῆς χάριτος, τῷ μέλλοντι τῶν κατὰ Θεὸν ἀγώνων ἐνάρχεσθαι, ὥσπερ τινὰ σφραγῖδα ταχέως ἐνσημαινόμενοι, ἐντεῦθεν αὐτὸν πρὸς τὸ μὴ ἐπὶ πολὺ ὀκνεῖν καὶ ἀναδύεσθαι προβιβάζοντες, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἀγαθοῦ παρορμῶντες ἐκλογὴν καὶ κατάστασιν.

Κανόνας 41 Οι έγκλειστοι δοκιμάζονται πρώτα σε μοναστήρι

Όσοι σε πόλεις ή χωριά θέλουν να αναχωρήσουν σε έγκλειστρα και να προσέχουν μόνοι τον εαυτό τους, πρέπει πρώτα να εισέλθουν σε μοναστήρι και να ασκηθούν στην αναχωρητική διαγωγή· και επί τρία έτη να υποτάσσονται με φόβο Θεού στον προεστώτα της μονής και να εκπληρώνουν την υπακοή σε όλα, όπως αρμόζει· και έτσι, αφού ομολογήσουν την προαίρεσή τους για έναν τέτοιο βίο και ότι τον ασπάζονται εκούσια και με όλη τους την καρδιά, να εξετάζονται από τον τοπικό πρόεδρο. Έπειτα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, για άλλο ένα έτος να καρτερούν έξω από το έγκλειστρο, ώστε να φανερωθεί πληρέστερα ο σκοπός τους. Διότι τότε θα δώσουν πλήρη βεβαίωση ότι επιδιώκουν αυτή την ησυχία όχι θηρεύοντας κενή δόξα, αλλά για χάρη του ίδιου του όντως καλού. Μετά δε τη συμπλήρωση τόσου χρόνου, αν εμμένουν στην ίδια προαίρεση, να εγκλείονται και να μην τους επιτρέπεται πλέον να απομακρύνονται από αυτή τη μόνωση όποτε θέλουν· εκτός αν ελκύονται σε αυτό για κοινό όφελος και ωφέλεια ή από άλλη ανάγκη που τους πιέζει προς τον θάνατο, και τότε με την ευλογία του τοπικού επισκόπου. Όσοι δε επιχειρούν να βγουν από τα καταλύματά τους χωρίς τους λόγους που αναφέρθηκαν, πρώτα μεν να κλείνονται παρά τη θέλησή τους στο εν λόγω έγκλειστρο, έπειτα δε να θεραπεύονται με νηστείες και άλλες σκληραγωγίες, γνωρίζοντας, κατά το γεγραμμένο, ότι «Ουδείς βαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον, και στραφείς εις τα οπίσω, εύθετός εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών».

Τοὺς ἐν πόλεσιν, ἢ χωρίοις, ἐν ἐγκλείστραις βουλομένους ἀναχωρεῖν, καὶ ἑαυτοῖς κατὰ μόνας προσέχειν, πρότερον ἐν μοναστηρίῳ εἰσιέναι δεῖ, καὶ τὴν ἀναχωρητικὴν παιδοτριβεῖσθαι διαγωγήν· καὶ ἐπὶ τριετῆ χρόνον τῷ τῆς μονῆς ἐξάρχοντι ἐν φόβῳ Θεοῦ ὑποτάττεσθαι· καὶ τὴν κατὰ πάντα, ὡς προσῆκεν, ὑπακοὴν ἐκπληροῦν, καὶ οὕτως ὁμολογοῦντας περὶ τῆς ἐν τῷ τοιούτῳ βίῳ προαιρέσεως, καὶ ὡς ἐξ ὅλης καρδίας ἑκουσίως τοῦτον ἀσπάζονται, ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπον δοκιμάζεσθαι προέδρου. Εἶθ᾿ οὕτως, ἐφ᾿ ἕτερον ἐνιαυτόν, ἔξωθεν προσκαρτερεῖν τῆς ἐγκλείστρας, ὡς ἂν ὁ σκοπὸς αὐτῶν πλειόνως φανερωθείη. Τηνικαῦτα γὰρ πληροφορίαν παρέξουσιν, ὡς, οὐ κενὴν θηρώμενοι δόξαν, ἀλλὰ δι᾿ αὐτὸ τὸ ὄντως καλὸν τὴν ἡσυχίαν ταύτην μεταδιώκουσι. Μετὰ δὲ τὴν τοσούτου χρόνου συμπλήρωσιν, εἰ τῇ αὐτῇ προαιρέσει ἐμμένοιεν, ἐγκεκλεῖσθαι αὐτούς, καὶ μηκέτι τούτοις ἐξεῖναι, ὅτε βούλονται, τῆς τοιαύτης καταμονῆς ἀφίστασθαι· ἐκτός, εἰ μὴ διὰ κοινὴν λυσιτέλειαν, καὶ ὠφέλειαν, ἢ ἑτέραν ἀνάγκην πρὸς θάνατον αὐτοὺς βιαζομένην, πρὸς τοῦτο ἕλκοιντο, καὶ οὕτω μετ᾿ εὐλογίας τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου. Τῶν δὲ εἰρημένων προφάσεων δίχα ἐγχειροῦντας ἐκ τῶν καταγωγίων αὐτῶν ἐξιέναι, πρωτοτύπως μὲν ἄκοντας αὐτοὺς καθειργνύειν ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐγκλείστρᾳ, ἔπειτα δὲ νηστείαις καὶ ἑτέραις σκληραγωγίαις αὐτοὺς θεραπεύειν, εἰδότας, κατὰ τὸ γεγραμμένον, ὡς, Οὐδεὶς βαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον, καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

Κανόνας 42 Οι περιπλανώμενοι ερημίτες: μοναστήρι ή έρημος

Για τους λεγόμενους ερημίτες, οι οποίοι, ντυμένοι στα μαύρα και με μακριά μαλλιά στο κεφάλι, περιφέρονται στις πόλεις, συναναστρεφόμενοι λαϊκούς άνδρες και γυναίκες και καθυβρίζοντας το δικό τους επάγγελμα, ορίζουμε, αν μεν επιλέγουν, αφού κουρέψουν τα μαλλιά τους, να αναλάβουν το σχήμα των υπόλοιπων μοναχών, να εγκαθίστανται σε μοναστήρι και να κατατάσσονται μαζί με τους αδελφούς. Αν δε δεν το προτιμήσουν αυτό, να διώχνονται εντελώς από τις πόλεις και να κατοικούν στις ερήμους, από τις οποίες και έπλασαν για τον εαυτό τους τις επωνυμίες τους.

Τοὺς λεγομένους ἐρημίτας, οἵτινες μελανειμονοῦντες, καὶ τὰς κεφαλὰς κομῶντες περιάγουσι τὰς πόλεις, μεταξὺ ἀνδρῶν λαϊκῶν, καὶ γυναικῶν ἀναστρεφόμενοι, καὶ τὸ οἰκεῖον ἐπάγγελμα καθυβρίζοντες, ὁρίζομεν, εἰ μὲν αἱροῦνται, τὰς κόμας ἀποκειράμενοι, τὸ τῶν λοιπῶν μοναχῶν ἀναδέξασθαι σχῆμα, τούτους ἐν μοναστηρίῳ ἐγκαθίστασθαι, καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ἐγκαταλέγεσθαι. Εἰ δὲ μὴ τοῦτο προέλοιντο, παντάπασιν αὐτοὺς τῶν πόλεων ἀπελαύνεσθαι, καὶ τὰς ἐρήμους οἰκεῖν, ἐξ ὧν καὶ τὰς ἐπωνυμίας ἑαυτοῖς ἀνεπλάσαντο.

Κανόνας 43 Κάθε αμαρτωλός μπορεί να γίνει μοναχός

Επιτρέπεται σε Χριστιανό να επιλέξει τον ασκητικό βίο και, αφού αποθέσει την πολυτάραχη ζάλη των βιοτικών πραγμάτων, να εισέλθει σε μοναστήρι και να καρεί κατά το μοναχικό σχήμα, ακόμη και αν έχει συλληφθεί σε οποιοδήποτε πταίσμα. Διότι ο Σωτήρας μας Θεός είπε: «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω». Επειδή λοιπόν η μοναχική πολιτεία μάς στηλογραφεί τη ζωή εν μετανοία, δίνουμε τη συναίνεσή μας σε εκείνον που προσχωρεί γνήσια σε αυτήν· και κανένας τρόπος δεν θα τον εμποδίσει από την εκπλήρωση του σκοπού του.

Ἐξὸν ὑπάρχει Χριστιανῷ, τὸν ἀσκητικὸν ἑλέσθαι βίον, καί, τὴν πολυτάραχον ζάλην τῶν βιωτικῶν πραγμάτων ἀποθέμενον, ἐν μοναστηρίῳ εἰσιέναι, καὶ κατὰ τὸ μοναχικὸν σχῆμα ἀποκαρῆναι, κἂν ἐν οἱῳδήποτε πταίσματι ἁλῷ. Ὁ γὰρ Σωτὴρ ἡμῶν Θεὸς ἔφη· Τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω. Ὡς οὖν τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τὴν ἐν μετανοίᾳ στηλογραφούσης ζωὴν ἡμῖν, τῷ γνησίως ταύτῃ προστιθεμένῳ, συνευδοκοῦμεν· καὶ οὐδεὶς αὐτὸν παρεμποδίσει τρόπος πρὸς τὴν τοῦ οἰκείου σκοποῦ ἀποπλήρωσιν.

Κανόνας 44 Μοναχός που πορνεύει ή παίρνει γυναίκα

Μοναχός που συλλαμβάνεται σε πορνεία ή που παίρνει γυναίκα για κοινωνία γάμου και συμβίωση θα υποβάλλεται στα επιτίμια των πορνευόντων σύμφωνα με τους κανόνες.

Μοναχὸς ἐπὶ πορνείᾳ ἁλοῦς, ἢ πρὸς γάμου κοινωνίαν, καὶ συμβίωσιν γυναῖκα ἀγόμενος, τοῖς τῶν πορνευόντων ἐπιτιμίοις κατὰ τοὺς κανόνας ὑποβληθήσεται.

Κανόνας 45 Οι μοναχές να μη στολίζονται με πολυτελή ενδύματα κατά την κουρά

Επειδή πληροφορηθήκαμε ότι σε κάποια γυναικεία μοναστήρια όσες πρόκειται να αξιωθούν εκείνου του ιερού σχήματος ντύνονται πρώτα, από όσους τις προσάγουν, με μεταξωτά και κάθε είδους ενδύματα, αλλά και με κοσμήματα στολισμένα με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους, και έτσι, όταν προσέρχονται στο θυσιαστήριο, απεκδύονται τόση υλική περιβολή, και αμέσως γίνεται σε αυτές η ευλογία του σχήματος και ντύνονται το μαύρο ένδυμα, ορίζουμε να μη γίνεται πλέον αυτό από τώρα και στο εξής. Διότι δεν είναι ευαγές εκείνη που ήδη με τη δική της προαίρεση απέθεσε όλη την τερπνότητα του βίου και ασπάστηκε την κατά Θεόν πολιτεία και τη βεβαίωσε με ακλόνητους λογισμούς και έτσι προσήλθε στο μοναστήρι, να έρθει πάλι, μέσω ενός τέτοιου φθαρτού και ρευστού στολισμού, σε ανάμνηση εκείνων που ήδη είχε λησμονήσει· και από αυτό να γίνει αμφιταλαντευόμενη και να ταραχθεί στην ψυχή, σαν από κύματα που την κατακλύζουν και τη στριφογυρίζουν εδώ κι εκεί, ώστε ενίοτε να μην αφήνει πλέον ούτε δάκρυ και να μη δείχνει μέσω του σώματος την κατάνυξη που έχει στην καρδιά. Αλλά και αν, όπως είναι φυσικό, αναπηδήσει κάποιο μικρό δάκρυ, λογαριάζεται από όσους το βλέπουν ότι βγήκε όχι τόσο χάρη της διαθέσεως για τον ασκητικό αγώνα όσο επειδή εγκαταλείπει τον κόσμο και όσα είναι στον κόσμο.

Ἐπειδὴ μεμαθήκαμεν, ἔν τισι γυναικείοις μοναστηρίοις τὰς μελλούσας τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου καταξιοῦσθαι σχήματος, πρότερον σηρικαῖς, καὶ παντοίαις στολαῖς, ἔτι μὴν καὶ κοσμίοις, χρυσῷ καὶ λίθῳ πεποικιλμένοις, ὑπὸ τῶν προσαγόντων αὐτὰς περιστέλλεσθαι, καὶ οὕτω τῷ θυσιαστηρίῳ προσιούσας, ἐκδιδύσκεσθαι τὴν τοσαύτην τῆς ὕλης ἀμφίεσιν, παραχρῆμά τε γίνεσθαι ἐπ᾿ αὐταῖς τὴν τοῦ σχήματος εὐλογίαν, καὶ τὸ μέλαν αὐτὰς ἔνδυμα ἀμφιέννυσθαι· ὁρίζομεν, ὥστε μηκέτι ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦτο γίνεσθαι· οὐδὲ γὰρ εὐαγὲς ὑπάρχει, τὴν ἤδη διὰ τῆς οἰκείας προαιρέσεως ἀποθεμένην πᾶσαν τὴν τοῦ βίου τερπνότητα, καὶ ἀσπασαμένην τὴν κατὰ Θεὸν πολιτείαν, καὶ βεβαιώσασαν ταύτην λογισμοῖς ἀκλινέσι καὶ οὕτω τῷ μοναστηρίῳ προσελθοῦσαν, αὖθις εἰς ἀνάμνησιν διὰ τοῦ τοιούτου φθαρτοῦ τε καὶ ῥέοντος κόσμου ἐλθεῖν, ὧν ἤδη ἐποιήσατο λήθην· ἐκ τούτου τε ἀμφίβολον καταστῆναι, καὶ τὴν ψυχὴν ἐκταραχθῆναι, δίκην κυμάτων ἐπικλυζόντων, καὶ τῇδε κἀκεῖσε περιστρεφόντων, ὡς μήτε δάκρυον ἔστιν ὅτε λοιπὸν ἀφιεῖσαν, καὶ τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ διὰ τοῦ σώματος κατάνυξιν ἐπιδείξασθαι. Ἀλλ᾿ εἰ καὶ βραχύ τι, ὡς εἰκός, ἐκπηδήσειε δάκρυον, μὴ μᾶλλον τῆς διὰ τὸν ἀσκητικὸν ἀγῶνα διαθέσεως χάριν, ἢ διὰ τὸ τὸν κόσμον, καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ καταλιπεῖν, παρὰ τοῖς ὁρῶσι τοῦτο προελθὸν λογισθῆναι.

Κανόνας 46 Μοναχές και μοναχοί βγαίνουν μόνο με ευλογία

Όσες επιλέγουν τον ασκητικό βίο και κατατάσσονται σε μοναστήρι να μη βγαίνουν καθόλου. Αν δε κάποια αναπόφευκτη ανάγκη τις ελκύει σε αυτό, να το κάνουν με την ευλογία και την άδεια της προεστώσας· και τότε όχι μόνες τους, αλλά μαζί με κάποιες ηλικιωμένες που πρωτεύουν στο μοναστήρι, με εντολή της καθηγουμένης· δεν τους επιτρέπεται δε καθόλου να διανυκτερεύουν έξω. Αλλά και οι άνδρες που ακολουθούν τον μονήρη βίο, όταν πιέζει η ανάγκη, να βγαίνουν και αυτοί με την ευλογία εκείνου στον οποίο έχει ανατεθεί η ηγουμενία· ώστε όσοι παραβαίνουν τον όρο που ορίσαμε τώρα, είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες, να υποβάλλονται στα κατάλληλα επιτίμια.

Αἱ τὸν ἀσκητικὸν αἱρούμεναι βίον, καὶ ἐν μοναστηρίῳ καταταττόμεναι, καθόλου μὴ προϊέτωσαν. Εἰ δέ τις ἀπαραίτητος αὐτὰς ἀνάγκη πρὸς τοῦτο ἕλκοι, μετ᾿ εὐλογίας, καὶ ἐπιτροπῆς τῆς προεστώσης τοῦτο πραττέτωσαν· καὶ τότε μὴ μόναι καθ᾿ ἑαυτάς, ἀλλὰ μετά τινων πρεσβυτίδων, καὶ πρωτευουσῶν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, μετ᾿ ἐντολῆς τῆς καθηγουμένης· παντελῶς δὲ αὐταῖς ἐξωκοιτεῖν οὐκ ἔξεστιν. Ἀλλὰ καὶ ἄνδρες οἱ τὸν μονήρη μετερχόμενοι βίον, χρείας ἐπειγούσης, καὶ αὐτοὶ μετ᾿ εὐλογίας τοῦ τὴν ἡγουμενίαν ἐμπεπιστευμένου προϊέτωσαν· ὥστε οἱ παραβαίνοντες τὸν νῦν ὁρισθέντα παρ᾿ ἡμῶν ὅρον, εἴτε ἄνδρες εἶεν, εἴτε γυναῖκες, προσφόροις ἐπιτιμίοις ὑποβληθήτωσαν.

Κανόνας 47 Κανείς δεν κοιμάται σε μοναστήρι του άλλου φύλου

Ούτε γυναίκα να κοιμάται σε ανδρικό μοναστήρι ούτε άνδρας σε γυναικείο· διότι οι πιστοί πρέπει να είναι έξω από κάθε πρόσκομμα και σκάνδαλο και να ρυθμίζουν τον βίο τους προς το ευπρεπές και ευπρόσδεκτο στον Κύριο. Αν δε κάποιος το πράξει αυτό, είτε κληρικός είναι είτε λαϊκός, να αφορίζεται.

Μήτε ἐν ἀνδρῴῳ μοναστηρίῳ γυνή, μήτε ἐν γυναικείῳ ἀνὴρ καθευδέτω· παντὸς γὰρ προσκόμματος, καὶ σκανδάλου ἔξω δεῖ εἶναι τοὺς πιστούς, καὶ πρὸς τὸ εὔσχημον, καὶ εὐπρόσδεκτον τῷ Κυρίῳ τὸν ἑαυτῶν εὐθετίζειν βίον. Εἰ δέ τις τοῦτο πράξει, εἴτε κληρικὸς εἴη, εἴτε λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 48 Η σύζυγος του επισκόπου εισέρχεται σε μακρινό μοναστήρι

Η γυναίκα εκείνου που αναβιβάζεται στην προεδρία της επισκοπής, αφού χωριστεί προηγουμένως από τον άνδρα της με κοινή συμφωνία, μετά τη χειροτονία του σε επίσκοπο να εισέρχεται σε μοναστήρι χτισμένο μακριά από την κατοικία του επισκόπου, και να απολαμβάνει την πρόνοια του επισκόπου· αν δε φανεί και άξια, να αναβιβάζεται και στο αξίωμα της διακονίας.

Ἡ τοῦ πρὸς ἐπισκοπῆς προεδρίαν ἀναγομένου γυνή, κατὰ κοινὴν συμφωνίαν τοῦ οἰκείου ἀνδρὸς προδιαζευχθεῖσα, μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ τῆς ἐπισκοπῆς χειροτονίαν, ἐν μοναστηρίῳ εἰσίτω, πόῤῥω τῆς τοῦ ἐπισκόπου καταγωγῆς ᾠκοδομημένῳ, καὶ τῆς ἐκ τοῦ ἐπισκόπου προνοίας ἀπολαυέτω· εἰ δὲ καὶ ἀξία φανείη, καὶ πρὸς τὸ τῆς διακονίας ἀναβιβαζέσθω ἀξίωμα.

Κανόνας 49 Τα καθιερωμένα μοναστήρια μένουν για πάντα μοναστήρια

Ανανεώνοντας και αυτόν τον ιερό κανόνα, ορίζουμε τα μοναστήρια που καθιερώθηκαν μία φορά με τη γνώμη επισκόπου να μένουν για πάντα μοναστήρια, και τα πράγματα που ανήκουν σε αυτά να φυλάσσονται για το μοναστήρι, και να μην μπορούν πλέον να γίνουν κοσμικά καταλύματα ούτε να παραδίδονται από οποιονδήποτε σε κοσμικούς άνδρες· και αν ακόμη έγινε αυτό μέχρι τώρα, ορίζουμε να μην ισχύει καθόλου. Όσοι δε επιχειρούν από τώρα να το πράττουν αυτό, να υπόκεινται στα επιτίμια των κανόνων.

Ἀνανεούμενοι καὶ τοῦτον τὸν ἱερὸν κανόνα, ὁρίζομεν, ὥστε τὰ ἅπαξ καθιερωθέντα μοναστήρια κατὰ γνώμην ἐπισκόπου, μένειν εἰς τὸ διηνεκὲς μοναστήρια, καὶ τὰ ἀνήκοντα αὐτοῖς πράγματα φυλάττεσθαι τῷ μοναστηρίῳ, καὶ μηκέτι δύνασθαι γίνεσθαι αὐτὰ κοσμικὰ καταγώγια, μήτε δὲ ὑπό τινος τῶν ἁπάντων κοσμικοῖς ἀνδράσι ταῦτα ἐκδίδοσθαι, ἀλλ᾿ εἰ καὶ μέχρι νῦν γέγονε τοῦτο, μηδαμῶς κρατεῖσθαι ὁρίζομεν. Τοὺς δὲ ἀπὸ τοῦ παρόντος τοῦτο πράττειν ἐπιχειροῦντας, ὑποκεῖσθαι τοῖς ἐκ τῶν κανόνων ἐπιτιμίοις.

Κανόνας 50 Κανείς δεν επιτρέπεται να παίζει ζάρια

Κανείς απολύτως, είτε λαϊκός είτε κληρικός, να μην παίζει ζάρια από τώρα και στο εξής· αν δε κάποιος αποκαλυφθεί ότι πράττει κάτι τέτοιο, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Μηδένα τῶν ἁπάντων εἴτε λαϊκῶν, εἴτε κληρικῶν, κυβεύειν, ἀπὸ τοῦ νῦν· εἰ δέ τις τοιοῦτο φωραθείη πράττων, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 51 Απαγορεύονται οι μίμοι, τα κυνήγια θηρίων και οι χοροί επί σκηνής

Η αγία αυτή και οικουμενική Σύνοδος απαγορεύει εντελώς να τελούνται οι λεγόμενοι μίμοι και οι παραστάσεις τους, και ακόμη τα θεάματα των κυνηγίων και οι χοροί επί σκηνής. Αν δε κάποιος καταφρονήσει τον παρόντα κανόνα και παραδοθεί σε κάποιο από αυτά τα απαγορευμένα, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται, αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Καθόλου ἀπαγορεύει ἡ ἁγία αὕτη καὶ οἰκουμενικὴ σύνοδος, τοὺς λεγομένους μίμους, καὶ τὰ τούτων θέατρα, εἶτά γε μὴν καὶ τὰ τῶν κυνηγίων θεώρια, καὶ τὰς ἐπὶ σκηνῆς ὀρχήσεις ἐπιτελεῖσθαι. Εἰ δέ τις τοῦ παρόντος κανόνος καταφρονήσει, καὶ πρός τι ἑαυτὸν τῶν ἀπηγορευμένων τούτων ἐκδῷ, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω, εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 52 Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τις καθημερινές της Τεσσαρακοστής

Σε όλες τις ημέρες των νηστειών της αγίας Τεσσαρακοστής, εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή και την αγία ημέρα του Ευαγγελισμού, να τελείται η ιερά λειτουργία των Προηγιασμένων.

Ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία.

Κανόνας 53 Ο ανάδοχος δεν επιτρέπεται να παντρευτεί τη χήρα μητέρα του αναδεκτού του

Επειδή η συγγένεια κατά το πνεύμα είναι μεγαλύτερη από την ένωση των σωμάτων, και πληροφορηθήκαμε ότι σε μερικούς τόπους ορισμένοι, που αναδέχονται παιδιά από το άγιο και σωτήριο βάπτισμα, συνάπτουν έπειτα γαμική συμβίωση με τις χήρες μητέρες των παιδιών εκείνων, ορίζουμε να μη γίνεται από τώρα τίποτε τέτοιο. Και αν, μετά τον παρόντα κανόνα, αποκαλυφθεί ότι κάποιοι το κάνουν αυτό, πρώτα οι άνθρωποι αυτοί να απομακρυνθούν από αυτή την παράνομη συμβίωση και έπειτα να υποβληθούν και στα επιτίμια των πορνευόντων.

Ἐπειδὴ μείζων ἡ κατὰ τὸ πνεῦμα οἰκειότης τῆς τῶν σωμάτων συναφείας, ἔγνωμεν δὲ ἔν τισι τόποις τινὰς ἐκ τοῦ ἁγίου καὶ σωτηριώδους βαπτίσματος παῖδας ἀναδεχομένους, καὶ μετὰ τοῦτο, ταῖς ἐκείνων μητράσι χηρευούσαις γαμικὸν συναλλάσσοντας συνοικέσιον, ὁρίζομεν, ἀπὸ τοῦ παρόντος μηδὲν τοιοῦτον πραχθῆναι. Εἰ δέ τινες μετὰ τὸν παρόντα κανόνα φωραθεῖεν τοῦτο ποιοῦντες, πρωτοτύπως μὲν οἱ τοιοῦτοι ἀφιστάσθωσαν τοῦ παρανόμου τούτου συνοικεσίου ἔπειτα δὲ καὶ τοῖς τῶν πορνευόντων ἐπιτιμίοις ὑποβληθήτωσαν.

Κανόνας 54 Απαγορεύεται ο γάμος πρώτων εξαδέλφων και ορισμένων ζευγών εξ αγχιστείας

Αφού η θεία Γραφή μάς διδάσκει έτσι καθαρά: «Ουκ εισελεύση προς πάντα οικείον σαρκός σου, αποκαλύψαι ασχημοσύνην αυτού», ο θεοφόρος Βασίλειος απαρίθμησε στους δικούς του κανόνες μερικούς από τους απαγορευμένους γάμους, προσπερνώντας σιωπηλά τους περισσότερους και εξασφαλίζοντας για εμάς το ωφέλιμο και με τους δύο τρόπους. Γιατί, αποποιούμενος το πλήθος των αισχρών ονομασιών, για να μη λερώσει τον λόγο του με τις λέξεις, περιέλαβε τις ακαθαρσίες σε γενικά ονόματα· μέσω αυτών μας υπέδειξε περιεκτικά τους παράνομους γάμους. Επειδή όμως, με μια τέτοια σιωπή και με την ασάφεια της απαγόρευσης των άθεσμων γάμων, η φύση συνέχεε τον εαυτό της, κρίναμε καλό να εκθέσουμε πιο γυμνά όσα αφορούν αυτό, ορίζοντας από τώρα και στο εξής ότι όποιος συνάπτεται σε κοινωνία γάμου με την πρώτη εξαδέλφη του, ή πατέρας και γιος με μητέρα και κόρη, ή πατέρας και γιος με δύο κοπέλες αδελφές, ή μητέρα και κόρη με δύο αδελφούς, ή δύο αδελφοί με δύο αδελφές, υποπίπτουν στον κανόνα της επταετίας, εφόσον απομακρύνονται φανερά από την παράνομη συμβίωση.

Τῆς θείας ἡμᾶς οὕτω σαφῶς ἐκδιδασκούσης Γραφῆς, Οὐκ εἰσελεύσῃ πρὸς πάντα οἰκεῖον σαρκός σου, ἀποκαλύψαι ἀσχημοσύνην αὐτοῦ· ὁ θεοφόρος Βασίλειός τινας τῶν ἀπηγορευμένων γάμων ἐν τοῖς οἰκείοις κανόσιν ἀπηριθμήσατο, σιωπῇ τὰ πλεῖστα παραδραμών, καὶ κατ᾿ ἀμφότερα κατασκευάσας ἡμῖν τὸ ὠφέλιμον. Τὸ γὰρ τῶν αἰσχρῶν ὀνομασιῶν πλῆθος παραιτησάμενος, ὡς ἂν μὴ τὸν λόγον καταῤῥυπαίνοι τοῖς ῥήμασι, γενικοῖς ὀνόμασι τὰς ἀκαθαρσίας διέλαβε· δι᾿ ὧν περιεκτικῶς ἡμῖν τοὺς παρανόμους γάμους ὑπέδειξεν. Ἐπειδὴ δὲ τῇ τοιαύτῃ σιωπῇ, καὶ τῷ ἀδιαγνώστῳ τῆς τῶν ἀθέσμων γάμων ἀπαγορεύσεως, ἑαυτὴν ἡ φύσις συνέχεε, συνείδομεν γυμνότερον τὰ περὶ τούτου ἐκθέσθαι, ὁρίζοντες ἀπὸ τοῦ νῦν, τὸν τῇ οἰκείᾳ ἐξαδέλφῃ πρὸς γάμου κοινωνίαν συναπτόμενον, ἢ πατέρα καὶ υἱόν, μητρὶ καὶ θυγατρί, ἢ δυσὶ κόραις ἀδελφαῖς πατέρα καὶ υἱόν, ἢ ἀδελφοῖς δυσὶ μητέρα καὶ θυγατέρα, ἢ ἀδελφοὺς δύο δυσὶν ἀδελφαῖς, ὑπὸ τὸν τῆς ἑπταετίας πίπτειν κανόνα, ἀφισταμένων αὐτῶν προδήλως τοῦ παρανόμου συνοικεσίου.

Κανόνας 55 Να μη νηστεύουν στη Ρώμη τα Σάββατα της Τεσσαρακοστής

Επειδή μάθαμε ότι όσοι βρίσκονται στην πόλη των Ρωμαίων, κατά τις άγιες νηστείες της Τεσσαρακοστής, νηστεύουν τα Σάββατά της, αντίθετα με την εκκλησιαστική τάξη που έχει παραδοθεί, φάνηκε καλό στην αγία σύνοδο να ισχύει απαρασάλευτα και στην Εκκλησία των Ρωμαίων ο κανόνας που λέει: Αν κάποιος κληρικός βρεθεί να νηστεύει την αγία Κυριακή ή το Σάββατο, εκτός από το ένα και μοναδικό, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Ἐπειδὴ μεμαθήκαμεν, τοὺς ἐν τῇ Ῥωμαίων πόλει, ἐν ταῖς ἁγίαις τῆς Τεσσαρακοστῆς νηστείαις, τοῖς ταύτης σάββασι νηστεύειν, παρὰ τὴν παραδοθεῖσαν ἐκκλησιαστικὴν ἀκολουθίαν· ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ, ὥστε κρατεῖν καὶ ἐπὶ τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ ἀπαρασαλεύτως τὸν κανόνα, τὸν λέγοντα· Εἴ τις κληρικὸς εὑρεθείη τὴν ἁγίαν Κυριακὴν νηστεύων, ἢ τὸ σάββατον, πλὴν τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 56 Όχι αυγά και τυρί τα Σάββατα και τις Κυριακές της Τεσσαρακοστής

Επίσης μάθαμε ότι στη χώρα των Αρμενίων και σε άλλους τόπους, τα Σάββατα και τις Κυριακές της αγίας Τεσσαρακοστής, μερικοί τρώνε αυγά και τυρί. Φάνηκε λοιπόν καλό και τούτο: η Εκκλησία του Θεού σε όλη την οικουμένη, ακολουθώντας μία τάξη, να τηρεί τη νηστεία και να απέχει, όπως από κάθε είδους σφάγιο, έτσι και από αυγό και τυρί, που είναι καρπός και γεννήματα εκείνων από τα οποία απέχουμε. Και αν δεν το τηρούν αυτό, αν μεν είναι κληρικοί, να καθαιρούνται· αν δε λαϊκοί, να αφορίζονται.

Ὡσαύτως μεμαθήκαμεν ἔν τε τῇ Ἀρμενίων χώρᾳ, καὶ ἐν ἑτέροις τόποις, ἐν τοῖς σάββασι, καὶ ἐν ταῖς Κυριακαῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ᾠὰ καὶ τυρὸν ἐσθίειν τινάς. Ἔδοξε τοίνυν καὶ τοῦτο, ὥστε τὴν κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν, μιᾷ κατακολουθοῦσαν τάξει, τὴν νηστείαν ἐπιτελεῖν, καὶ ἀπέχεσθαι, ὥσπερ θυτοῦ παντοίου, οὕτω δὴ ᾠοῦ, καὶ τυροῦ, ἃ καρπός εἰσι, καὶ γεννήματα, ὧν ἀπεχόμεθα. Εἰ δὲ μὴ τοῦτο παραφυλάττοιεν, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρείσθωσαν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν.

Κανόνας 57 Να μην προσφέρεται μέλι και γάλα στο θυσιαστήριο

Ότι δεν πρέπει να προσφέρονται στα θυσιαστήρια μέλι και γάλα.

Ὅτι οὐ χρὴ ἐν τοῖς θυσιαστηρίοις μέλι, καὶ γάλα προσφέρεσθαι.

Κανόνας 58 Ο λαϊκός δεν επιτρέπεται να μεταδίδει στον εαυτό του τη θεία Κοινωνία

Κανείς από όσους είναι τεταγμένοι στους λαϊκούς να μη μεταδίδει στον εαυτό του από τα θεία μυστήρια, όταν είναι παρών επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος. Και όποιος τολμά κάτι τέτοιο, ως κάποιος που ενεργεί αντίθετα με όσα έχουν διαταχθεί, να αφορίζεται για μία εβδομάδα, διδασκόμενος έτσι να μη φρονεί πέρα από ό,τι πρέπει να φρονεί.

Μηδεὶς τῶν ἐν λαϊκοῖς τεταγμένων ἑαυτῷ τῶν θείων μυστηρίων μεταδιδότω, παρόντος ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου. Ὁ δέ τι τοιοῦτο τολμῶν, ὡς παρὰ τὰ διατεταγμένα ποιῶν, ἐπὶ ἑβδομάδα μίαν ἀφοριζέσθω, ἐντεῦθεν παιδαγωγούμενος, μὴ φρονεῖν παρ᾿ ὃ δεῖ φρονεῖν.

Κανόνας 59 Όχι βάπτισμα σε ευκτήριο μέσα σε οικία

Σε καμία περίπτωση να μην τελείται βάπτισμα σε ευκτήριο οίκο που βρίσκεται μέσα σε οικία· αλλά όσοι πρόκειται να αξιωθούν του άχραντου φωτίσματος να προσέρχονται στις καθολικές εκκλησίες και εκεί να απολαμβάνουν αυτή τη δωρεά. Και αν κάποιος συλληφθεί να μην τηρεί όσα ορίστηκαν από εμάς, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Μηδαμῶς ἐν εὐκτηρίῳ οἴκῳ, ἔνδον οἰκίας τυγχάνοντι, βάπτισμα ἐπιτελείσθω· ἀλλ᾿ οἱ μέλλοντες ἀξιοῦσθαι τοῦ ἀχράντου φωτίσματος, ταῖς καθολικαῖς προσερχέσθωσαν ἐκκλησίαις, κἀκεῖσε τῆς δωρεᾶς ταύτης ἀπολαυέτωσαν. Εἰ δέ τις ἁλῷ τὰ παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντα μὴ φυλάττων, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 60 Όσοι προσποιούνται τους δαιμονισμένους να τιμωρούνται

Αφού ο Απόστολος διακηρύσσει ότι «ο κολλώμενος τω Κυρίω έν πνεύμά εστι», είναι φανερό ότι και όποιος οικειώνεται με τον αντίπαλο γίνεται ένα με αυτόν μέσω της ένωσης μαζί του. Για όσους λοιπόν υποκρίνονται ότι είναι δαιμονισμένοι και, με τη φαυλότητα των τρόπων τους, υποδύονται προσποιητά τη συμπεριφορά εκείνων, φάνηκε καλό να τιμωρούνται με κάθε τρόπο και να υποβάλλονται σε τέτοιες σκληραγωγίες και κόπους, σαν εκείνους στους οποίους θα υποβάλλονταν επάξια οι αληθινά δαιμονισμένοι για την απαλλαγή από την ενέργεια του δαίμονα.

Τοῦ Ἀποστόλου βοῶντος, ὅτι ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι, πρόδηλον, ὡς καὶ ὁ τῷ ἐναντίῳ ἑαυτὸν οἰκειῶν, ἓν γίνεται τῇ πρὸς αὐτὸν συναφείᾳ. Τοὺς τοίνυν δαιμονᾷν ὑποκρινομένους, καὶ τρόπων φαυλότητι προσποιητῶς τὰ ἐκείνων σχηματιζομένους, ἔδοξε τρόπῳ ἐπιτιμᾶσθαι παντί, καὶ τοιαύταις αὐτοὺς σκληραγωγίαις, καὶ πόνοις ὑποβάλλειν, οἷς ἂν οἱ ἀληθῶς δαιμονῶντες πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς τοῦ δαίμονος ἐνεργείας, ἀξίως ὑποβάλλοιντο.

Κανόνας 61 Τιμωρούνται όσοι προσφεύγουν σε μάντεις και ασκούν ειδωλολατρική μαντεία

Όσοι παραδίνουν τον εαυτό τους σε μάντεις ή στους λεγόμενους εκατόνταρχους ή σε κάποιους τέτοιους, για να μάθουν από εκείνους ό,τι θα ήθελαν να τους αποκαλυφθεί, σύμφωνα με όσα ορίστηκαν παλαιότερα γι’ αυτούς από τους Πατέρες, να υποπίπτουν στον κανόνα της εξαετίας. Στο ίδιο αυτό επιτίμιο πρέπει να υποβάλλονται και όσοι σέρνουν μαζί τους αρκούδες ή τέτοια ζώα, για παιχνίδι και βλάβη των απλούστερων, και διαλαλούν τύχη και ειμαρμένη και γενεαλογία και ένα πλήθος από τέτοια λόγια, σύμφωνα με τους λήρους της πλάνης, καθώς και οι λεγόμενοι νεφοδιώκτες και γητευτές και φυλακτοποιοί και μάντεις. Και όσους επιμένουν σε αυτά και δεν μεταστρέφονται και δεν αποφεύγουν αυτά τα ολέθρια και ειδωλολατρικά επιτηδεύματα, ορίζουμε να αποβάλλονται εντελώς από την Εκκλησία, όπως διαγορεύουν και οι ιεροί κανόνες. «Τίς γαρ κοινωνία φωτί προς σκότος;», όπως λέει ο Απόστολος, «ή τίς συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου; τίς δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ;»

Οἱ μάντεσιν ἑαυτοὺς ἐκδιδόντες, ἢ τοῖς λεγομένοις ἑκατοντάρχοις, ἤ τισι τοιούτοις, ὡς ἂν παρ᾿ ἐκείνων μάθοιεν ὅ,τι ἂν αὐτοῖς ἐκκαλύπτεσθαι βούλοιντο, κατὰ τὰ πρῴην ὑπὸ τῶν Πατέρων περὶ αὐτῶν ὁρισθέντα, ὑπὸ τὸν κανόνα πιπτέτωσαν τῆς ἑξαετίας. Τῷ αὐτῷ δὲ τούτῳ ἐπιτιμίῳ καθυποβάλλεσθαι δεῖ, καὶ τοὺς ἄρκτους ἐπισυρομένους, ἢ τοιαῦτα ζῷα, πρὸς παίγνιον καὶ βλάβην τῶν ἁπλουστέρων, καὶ τύχην, καὶ εἱμαρμένην, καὶ γενεαλογίαν, καὶ τοιούτων τινῶν ῥημάτων ὄχλον, κατὰ τοὺς τῆς πλάνης λήρους φωνοῦντας, τούς τε λεγομένους νεφοδιώκτας, καὶ γητευτάς, καὶ φυλακτηρίους, καὶ μάντεις. Ἐπιμένοντας δὲ τούτοις, καὶ μὴ μετατιθεμένους, καὶ ἀποφεύγοντας τὰ ὀλέθρια ταῦτα καὶ ἑλληνικὰ ἐπιτηδεύματα, παντάπασιν ἀποῤῥίπτεσθαι τῆς ἐκκλησίας ὁρίζομεν, καθὼς καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες διαγορεύουσι. Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; ὥς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ἢ τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ;

Κανόνας 62 Απαγόρευση ειδωλολατρικών εορτών, προσωπείων, χορών και ενδυμάτων του άλλου φύλου

Τις λεγόμενες Καλάνδες και τα λεγόμενα Βοτά και τα καλούμενα Βρουμάλια και το πανηγύρι που γίνεται την πρώτη ημέρα του μηνός Μαρτίου θέλουμε να αφαιρεθούν μια για πάντα από την πολιτεία των πιστών. Επίσης και τους δημόσιους χορούς των γυναικών, ως άσεμνους και ικανούς να προξενήσουν πολλή φθορά και βλάβη, ακόμη και τους χορούς και τις τελετές που γίνονται, είτε από άνδρες είτε από γυναίκες, στο όνομα των θεών που ψευδώς ονομάστηκαν έτσι από τους Έλληνες, σύμφωνα με κάποιο έθιμο παλαιό και ξένο προς τον βίο των Χριστιανών, τους απορρίπτουμε, ορίζοντας να μη ντύνεται κανένας άνδρας με γυναικεία ενδυμασία ούτε γυναίκα με την ενδυμασία που αρμόζει στους άνδρες. Αλλά ούτε να φορούν προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά· ούτε να φωνάζουν το όνομα του βδελυκτού Διονύσου, όταν πατούν το σταφύλι στα πατητήρια· ούτε, όταν χύνουν το κρασί στα πιθάρια, να προκαλούν γέλιο, με άγνοια ή ματαιότητα, πράττοντας τα έργα της δαιμονικής πλάνης. Όσους λοιπόν από τώρα και στο εξής επιχειρούν να κάνουν κάτι από τα προαναφερθέντα, έχοντας γνώση αυτών, αυτούς, αν μεν είναι κληρικοί, διατάσσουμε να καθαιρούνται· αν δε λαϊκοί, να αφορίζονται.

Τὰς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καὶ τὰ λεγόμενα Βοτά, καὶ τὰ καλούμενα Βρουμάλια, καὶ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου μηνὸς ἡμέρᾳ ἐπιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰς τῶν γυναίων δημοσίας ὀρχήσεις, ὡς ἀσέμνους, καὶ πολλὴν λύμην καὶ βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας, ἔτι μὴν καὶ τὰς ὀνόματι τῶν παρ᾿ Ἕλλησι ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν ἢ ἐξ ἀνδρῶν, ἢ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις, καὶ τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν, καὶ ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες, μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλὰ μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἢ σατυρικά, ἢ τραγικὰ ὑποδύεσθαι· μήτε τὸ τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα, τὴν σταφυλὴν ἐκθλίβοντας ἐν ταῖς ληνοῖς, ἐπιβοᾶν· μηδὲ τὸν οἶνον ἐν τοῖς πίθοις ἐπιχέοντας γέλωτα ἐπικινεῖν, ἀγνοίας τρόπῳ ἢ ματαιότητος, τὰ τῆς δαιμονιώδους πλάνης ἐνεργοῦντας. Τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι.

Κανόνας 63 Τα πλαστά μαρτυρολόγια να καίγονται

Τα μαρτυρολόγια που κατασκευάστηκαν ψευδώς από τους εχθρούς της αλήθειας, για να ατιμάσουν τους μάρτυρες του Χριστού και να οδηγήσουν σε απιστία όσους τα ακούν, διατάσσουμε να μη δημοσιεύονται στις εκκλησίες, αλλά να παραδίδονται στη φωτιά. Και όσους τα αποδέχονται ή προσέχουν σε αυτά ως αληθινά, τους αναθεματίζουμε.

Τὰ ψευδῶς ὑπὸ τῶν τῆς ἀληθείας ἐχθρῶν συμπλασθέντα μαρτυρολόγια, ὡς ἂν τοὺς τοῦ Χριστοῦ μάρτυρας ἀτιμάζοιεν, καὶ πρὸς ἀπιστίαν ἐνάγοιεν τοὺς ἀκούοντας, μὴ ἐπ᾿ ἐκκλησίαις δημοσιεύεσθαι προστάσσομεν, ἀλλὰ ταῦτα πυρὶ παραδίδοσθαι. Τοὺς δὲ ταῦτα παραδεχομένους, ἢ ὡς ἀληθέσι τούτοις προσέχοντας, ἀναθεματίζομεν.

Κανόνας 64 Ο λαϊκός δεν επιτρέπεται να διδάσκει δημόσια

Ότι ο λαϊκός δεν πρέπει να κινεί λόγο ή να διδάσκει δημόσια, αποκτώντας έτσι για τον εαυτό του αξίωμα διδασκάλου, αλλά να υποχωρεί στη διάταξη που παραδόθηκε από τον Κύριο και να ανοίγει το αυτί του σε όσους έλαβαν τη χάρη του διδασκαλικού λόγου και να διδάσκεται από αυτούς τα θεία. Γιατί μέσα στη μία Εκκλησία ο Θεός έκανε διάφορα μέλη, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου· και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ερμηνεύοντας αυτόν τον λόγο, παρουσιάζει καθαρά την τάξη σε αυτά, λέγοντας: Αυτή την τάξη ας σεβόμαστε, αδελφοί, αυτήν ας φυλάγουμε. Ο ένας ας είναι ακοή, ο άλλος γλώσσα, ο άλλος χέρι, ο άλλος κάτι άλλο· ο ένας ας διδάσκει, ο άλλος ας μαθαίνει. Και λίγο παρακάτω: Και όποιος μαθαίνει, με ευπείθεια· και όποιος χορηγεί, με ιλαρότητα· και όποιος υπηρετεί, με προθυμία· ας μην είμαστε όλοι γλώσσα, το πιο πρόχειρο· όχι όλοι απόστολοι· όχι όλοι προφήτες· ας μη διερμηνεύουμε όλοι. Και ύστερα από μερικά λόγια: Γιατί κάνεις τον εαυτό σου ποιμένα, ενώ είσαι πρόβατο; Γιατί γίνεσαι κεφαλή, ενώ είσαι πόδι; Γιατί επιχειρείς να είσαι στρατηγός, ενώ έχεις ταχθεί ανάμεσα στους στρατιώτες; Και αλλού: Η Σοφία παραγγέλλει: Μην είσαι γρήγορος στα λόγια· μην απλώνεσαι πλάι στον πλούσιο, ενώ είσαι φτωχός· ούτε να ζητάς να είσαι σοφότερος από τους σοφούς. Και αν κάποιος συλληφθεί να παραβαίνει τον παρόντα κανόνα, να αφορίζεται για σαράντα ημέρες.

Ὅτι οὐ χρὴ δημοσίᾳ λαϊκόν, λόγον κινεῖν ἢ διδάσκειν, ἀξίωμα ἑαυτῷ διδασκαλικὸν ἐντεῦθεν περιποιούμενον, ἀλλ᾿ εἴκειν τῇ παραδοθείσῃ παρὰ τοῦ Κυρίου διατάξει, καὶ τὸ οὖς τοῖς τὴν χάριν τοῦ διδασκαλικοῦ λαβοῦσι λόγου διανοίγειν, καὶ τὰ θεῖα παρ᾿ αὐτῶν ἐκδιδάσκεσθαι. Ἐν γὰρ τῇ μιᾷ ἐκκλησίᾳ διάφορα μέλη πεποίηκεν ὁ Θεός, κατὰ τὴν τοῦ Ἀποστόλου φωνήν· ἣν ὁ Θεολόγος ἑρμηνεύων Γρηγόριος, σαφῶς τὴν ἐν τούτοις τάξιν παρίστησι φάσκων· Ταύτην αἰδοίμεθα τὴν τάξιν, ἀδελφοί, ταύτην φυλάττοιμεν. Ὁ μὲν ἔστω τις ἀκοή· ὁ δέ, γλῶσσα· ὁ δέ, χείρ· ὁ δέ, ἄλλο τι· ὁ μέν, διδασκέτω· ὁ δέ, μανθανέτω· καὶ μετὰ βραχέα· Καὶ ὁ μανθάνων ἐν εὐπειθείᾳ· καὶ ὁ χορηγῶν ἐν ἱλαρότητι· καὶ ὁ ὑπουργῶν ἐν προθυμίᾳ, μὴ πάντες ὧμεν γλῶσσα, τὸ ἑτοιμότατον· μὴ πάντες Ἀπόστολοι· μὴ πάντες προφῆται· μὴ πάντες διερμηνεύωμεν· καὶ μετά τινα· Τί σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; τί γίνῃ κεφαλή, ποῦς τυγχάνων; τί στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένος ἐν στρατιώταις; καὶ ἑτέρωθι· Ἡ σοφία διακελεύεται. Μὴ ἴσθι ταχὺς ἐν λόγοις· μὴ συμπαρεκτείνου πένης ὢν πλουσίῳ, μηδὲ ζήτει τῶν σοφῶν εἶναι σοφώτερος. Εἰ δέ τις ἁλῷ τὸν παρόντα παρασαλεύων κανόνα, ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 65 Να μην ανάβονται φωτιές στις νουμηνίες ούτε να πηδούν πάνω από αυτές

Τις φωτιές που ανάβονται στις νουμηνίες από μερικούς μπροστά στα εργαστήριά τους ή στα σπίτια τους, πάνω από τις οποίες μερικοί επιχειρούν και να πηδήσουν σύμφωνα με κάποιο αρχαίο έθιμο, διατάσσουμε να καταργηθούν από τώρα. Όποιος λοιπόν κάνει κάτι τέτοιο, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται. Γιατί είναι γραμμένο στο τέταρτο βιβλίο των Βασιλειών: «Και ωκοδόμησε Μανασσής θυσιαστήριον πάση τη στρατιά του ουρανού, εν ταις δύο αυλαίς οίκου Κυρίου, και διήγαγε τα τέκνα αυτού εν πυρί, και εκληδονίζετο, και οιωνίζετο, και εποίησεν εγγαστριμύθους, και γνώστας επλήθυνε, και επλήθυνε του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου, του παροργίσαι αυτόν» (Δ΄ Βασ. 21, 5-6).

Τὰς ἐν ταῖς νουμηνίαις ὑπό τινων πρὸ τῶν οἰκείων ἐργαστηρίων, ἢ οἴκων ἀναπτομένας πυρκαϊάς, ἃς καὶ ὑπεράλλεσθαί τινες κατά τι ἔθος ἀρχαῖον ἐπιχειροῦσιν, ἀπὸ τοῦ παρόντος καταργηθῆναι προστάσσομεν. Ὅστις οὖν τοιοῦτόν τι πράξοι, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω. Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν Βασιλειῶν· Καὶ ᾠκοδόμησε Μανασσῆς θυσιαστήριον πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, ἐν ταῖς δύο αὐλαῖς οἴκου Κυρίου, καὶ διήγαγε τὰ τέκνα αὐτοῦ ἐν πυρί, καὶ ἐκληδονίζετο, καὶ οἰωνίζετο, καὶ ἐποίησεν ἐγγαστριμύθους, καὶ γνώστας ἐπλήθυνε, καὶ ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, τοῦ παροργίσαι αὐτόν.

Κανόνας 66 Η Διακαινήσιμος εβδομάδα στην εκκλησία, χωρίς θεάματα

Από την αγία αναστάσιμη ημέρα του Χριστού του Θεού μας μέχρι την Καινή Κυριακή, όλη την εβδομάδα οι πιστοί πρέπει να ασχολούνται ανελλιπώς στις άγιες εκκλησίες με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, ευφραινόμενοι εν Χριστώ και εορτάζοντας και προσέχοντας την ανάγνωση των θείων Γραφών και εντρυφώντας στα άγια μυστήρια. Γιατί έτσι θα ανασταινόμαστε μαζί με τον Χριστό και θα υψωνόμαστε μαζί του. Κατά τις προαναφερθείσες ημέρες λοιπόν να μη γίνονται καθόλου ιπποδρομίες ή άλλο δημόσιο θέαμα.

Ἀπὸ τῆς ἁγίας ἀναστασίμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας, μέχρι τῆς καινῆς Κυριακῆς, τὴν ὅλην ἑβδομάδα ἐν ταῖς ἁγίαις ἐκκλησίαις σχολάζειν δεῖ ἀπαραλείπτως τοὺς πιστοὺς ἐν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, εὐφραινομένους ἐν Χριστῷ, καὶ ἑορτάζοντας, καὶ τῇ τῶν θείων Γραφῶν ἀναγνώσει προσέχοντας, καὶ τῶν ἁγίων μυστηρίων κατατρυφῶντας. Ἐσόμεθα γὰρ οὕτω Χριστῷ συνανιστάμενοί τε, καὶ συνανυψούμενοι. Μηδαμῶς οὖν ἐν ταῖς προκειμέναις ἡμέραις ἱπποδρόμια, ἢ ἑτέρα δημώδης θέα ἐπιτελείσθω.

Κανόνας 67 Απαγορεύεται η βρώση αίματος ζώων

Η θεία Γραφή μάς έδωσε εντολή να απέχουμε από αίμα και πνικτό και πορνεία. Όσους λοιπόν, για χάρη της λαίμαργης κοιλιάς, κάνουν με κάποια τέχνη βρώσιμο το αίμα οποιουδήποτε ζώου και έτσι το τρώνε, τους επιτιμούμε δεόντως. Αν λοιπόν κάποιος από τώρα και στο εξής επιχειρήσει να φάει αίμα ζώου με οποιονδήποτε τρόπο, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Ἡ θεία ἡμῖν Γραφὴ ἐνετείλατο, ἀπέχεσθαι αἵματος, καὶ πνικτοῦ, καὶ πορνείας. Τοῖς οὖν διὰ τὴν λίχνον γαστέρα αἷμα οἱουδήποτε ζῴου τέχνῃ τινὶ κατασκευάζουσιν ἐδώδιμον, καὶ οὕτω τοῦτο ἐσθίουσι, προσφόρως ἐπιτιμῶμεν. Εἴ τις οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν αἷμα ζῴου ἐσθίειν ἐπιχειρήσοι οἱῳδήτινι τρόπῳ, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκὸς ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 68 Τα ιερά βιβλία να μην κατακόπτονται ούτε να καταστρέφονται

Σχετικά με το ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν απολύτως να καταστρέφει ή να κατακόβει τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και των αγίων και εγκρίτων κηρύκων και διδασκάλων μας, ή να τα παραδίδει για αφανισμό στους βιβλιεμπόρους ή στους λεγόμενους μυρεψούς ή σε οποιονδήποτε άλλον· εκτός αν ίσως κάποιο έχει αχρηστευθεί εντελώς, είτε από σκόρους είτε από νερό είτε με άλλον τρόπο. Και όποιος από τώρα και στο εξής συλλαμβάνεται να κάνει κάτι τέτοιο, να αφορίζεται για ένα έτος. Όμοια και όποιος αγοράζει τέτοια βιβλία: αν ούτε ο ίδιος τα κρατά για δική του ωφέλεια ούτε τα δίνει σε άλλον για ευεργεσία και για διανομή, αλλά επιχειρεί να τα καταστρέψει, να αφορίζεται.

Περὶ τοῦ μὴ ἐξεῖναί τινι τῶν ἁπάντων βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τῶν τε ἁγίων καὶ ἐγκρίτων ἡμῶν κηρύκων καὶ διδασκάλων, διαφθείρειν, ἢ κατατέμνειν, ἢ τοῖς βιβλιοκαπήλοις, ἢ τοῖς λεγομένοις μυρεψοῖς, ἢ ἄλλῳ τινὶ τῶν ἁπάντων πρὸς ἀφανισμὸν ἐκδιδόναι· εἰ μή τι ἄρα τέλεον, εἴτε ὑπὸ σητῶν, ἢ ὕδατος, ἢ ἑτέρῳ τρόπῳ ἀχρειωθῇ. Ὁ δέ τι τοιοῦτο ποιεῖν ἀπὸ τοῦ νῦν ἁλισκόμενος, ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἀφοριζέσθω. Ὁμοίως καὶ ὁ τὰς τοιαύτας βίβλους ὠνούμενος· εἰ μήτε αὐτὸς ταύτας κατέχει πρὸς οἰκείαν ὠφέλειαν, μήτε ἑτέρῳ πρὸς εὐεργεσίαν καὶ τὸ διανεῖμαι ἀποδοίη, ἀλλὰ ταῦτα διαφθείρειν ἐπιχειρήσοι, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 69 Οι λαϊκοί να μην εισέρχονται στο θυσιαστήριο, εκτός από τον αυτοκράτορα

Να μην επιτρέπεται σε κανέναν απολύτως από όσους συγκαταλέγονται στους λαϊκούς να εισέρχεται μέσα στο ιερό θυσιαστήριο· χωρίς να αποκλείεται καθόλου από αυτό η αυτοκρατορική εξουσία και αυθεντία, όποτε θελήσει να προσφέρει δώρα στον Πλάστη, σύμφωνα με κάποια πανάρχαια παράδοση.

Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἁπάντων ἐν λαϊκοῖς τελοῦντι, ἔνδον ἱεροῦ εἰσιέναι θυσιαστηρίου· μηδαμῶς ἐπὶ τοῦτο τῆς βασιλικῆς εἰργομένης ἐξουσίας καὶ αὐθεντίας, ἡνίκα ἂν βουληθείη προσάξαι δῶρα τῷ πλάσαντι, κατά τινα ἀρχαιοτάτην παράδοσιν.

Κανόνας 70 Οι γυναίκες να μη μιλούν κατά τη θεία λειτουργία

Να μην επιτρέπεται στις γυναίκες να μιλούν την ώρα της θείας λειτουργίας· αλλά, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, «σιγάτωσαν· ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν, αλλ’ υποτάττεσθαι, καθώς και ο νόμος λέγει· ει δε τι μαθείν θέλουσιν, εν οίκω τους ιδίους άνδρας επερωτάτωσαν».

Μὴ ἐξέστω ταῖς γυναιξὶν ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας λαλεῖν· ἀλλὰ κατὰ τὴν φωνὴν Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾿ ὑποτάττεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν.

Κανόνας 71 Οι σπουδαστές των νόμων να μην τηρούν ειδωλολατρικά έθιμα

Όσοι διδάσκονται τους πολιτικούς νόμους δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τα ειδωλολατρικά έθιμα, ούτε βέβαια να παρασύρονται στα θέατρα ή να τελούν τις λεγόμενες κυλίστρες ή να ντύνονται με ενδύματα αντίθετα προς την κοινή χρήση: ούτε κατά τον καιρό που αρχίζουν τα μαθήματα ούτε όταν φτάνουν στο τέλος τους ούτε, για να το πούμε γενικά, στη διάρκεια αυτής της εκπαίδευσης. Και αν κάποιος από τώρα και στο εξής τολμήσει να κάνει αυτό, να αφορίζεται.

Τοὺς διδασκομένους τοὺς πολιτικοὺς νόμους, μὴ δεῖν τοῖς Ἑλληνικοῖς ἔθεσι κεχρῆσθαι, μήτε μὴν ἐπὶ θεάτρων ἐνάγεσθαι, ἢ τὰς λεγομένας κυλίστρας ἐπιτελεῖν, ἢ παρὰ τὴν κοινὴν χρῆσιν στολὰς ἑαυτοῖς περιτιθέναι. Μήτε καθ᾿ ὃν καιρὸν τῶν μαθημάτων ἐνάρχονται, ἢ πρὸς τὸ τέλος αὐτῶν καταντῶσιν, ἤ, καθόλου φάναι, διὰ μέσου τῆς τοιαύτης παιδεύσεως, εἰ δέ τις ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦτο πρᾶξαι τολμήσοι, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 72 Απαγορεύεται ο γάμος Ορθοδόξων με αιρετικούς

Να μην επιτρέπεται σε Ορθόδοξο άνδρα να συνάπτεται με αιρετική γυναίκα, ούτε βέβαια σε Ορθόδοξη γυναίκα να συζεύγνυται με αιρετικό άνδρα· αλλά, αν φανεί ότι έγινε κάτι τέτοιο από οποιονδήποτε, ο γάμος να θεωρείται άκυρος και η άθεσμη συμβίωση να διαλύεται· γιατί δεν πρέπει να αναμειγνύεται ό,τι δεν αναμειγνύεται, ούτε να συμπλέκεται ο λύκος με το πρόβατο και ο κλήρος των αμαρτωλών με τη μερίδα του Χριστού. Και αν κάποιος παραβεί όσα ορίστηκαν από εμάς, να αφορίζεται. Αν όμως κάποιοι, ενώ βρίσκονταν ακόμη στην απιστία και δεν είχαν ακόμη καταταχθεί στο ποίμνιο των Ορθοδόξων, ενώθηκαν μεταξύ τους με νόμιμο γάμο, και έπειτα ο ένας, αφού διάλεξε το καλό, έτρεξε στο φως της αλήθειας, ενώ ο άλλος κρατήθηκε από τον δεσμό της πλάνης, χωρίς να προτιμήσει να ατενίσει τις θείες ακτίνες (και η άπιστη ευδοκεί να συζεί με τον πιστό, ή, αντίστροφα, ο άπιστος με την πιστή), να μη χωρίζονται, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο· «ηγίασται γαρ ο άπιστος ανήρ εν τη γυναικί, και ηγίασται η άπιστος γυνή εν τω ανδρί».

Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον ἡγεῖσθαι τὸν γάμον, καὶ τὸ ἄθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· οὐ γὰρ χρὴ τὰ ἄμικτα μιγνύναι, οὐδὲ τῷ προβάτῳ τὸν λύκον συμπλέκεσθαι, καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον· εἰ δὲ παραβῇ τις τὰ παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντα, ἀφοριζέσθω. Εἰ δέ τινες, ἔτι ἐν τῇ ἀπιστίᾳ τυγχάνοντες, καὶ οὔπω τῇ τῶν ὀρθοδόξων ἐγκαταλεγέντες ποίμνῃ, ἀλλήλοις γάμῳ νομίμῳ ἡρμόσθησαν, εἶτα ὁ μέν, τὸ καλὸν ἐκλεξάμενος, τῷ φωτὶ τῆς ἀληθείας προσέδραμεν, ὁ δέ, ὑπὸ τοῦ τῆς πλάνης κατεσχέθη δεσμοῦ· μὴ πρὸς τὰς θείας ἀκτῖνας ἀτενίσαι ἑλόμενος, (εὐδοκεῖ δὲ τῷ πιστῷ ἡ ἄπιστος συνοικεῖν, ἢ τὸ ἔμπαλιν, ὁ ἄπιστος τῇ πιστῇ), μὴ χωριζέσθωσαν, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον· ἡγίασται γὰρ ὁ ἄπιστος ἀνὴρ ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ ἄπιστος γυνὴ ἐν τῷ ἀνδρί.

Κανόνας 73 Να μη σχηματίζεται ο τύπος του σταυρού στο έδαφος

Αφού ο ζωοποιός Σταυρός μάς έδειξε τη σωτηρία, πρέπει να καταβάλλουμε κάθε φροντίδα, ώστε να αποδίδουμε την τιμή που αξίζει σε εκείνον μέσω του οποίου έχουμε σωθεί από την παλαιά πτώση. Γι’ αυτό, αποδίδοντας σε αυτόν την προσκύνηση και με τον νου και με τον λόγο και με την αίσθηση, διατάσσουμε να εξαφανίζονται με κάθε τρόπο οι τύποι του σταυρού που κατασκευάζονται από μερικούς στο έδαφος, ώστε να μην εξυβρίζεται το τρόπαιο της νίκης μας με το καταπάτημα όσων βαδίζουν. Όσους λοιπόν από τώρα και στο εξής κατασκευάζουν τύπο του σταυρού πάνω στο έδαφος, ορίζουμε να αφορίζονται.

Τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ δείξαντος ἡμῖν τὸ σωτήριον, πᾶσαν σπουδὴν ἡμᾶς τιθέναι χρή, τοῦ τιμὴν τὴν ἀξίαν ἀποδιδόναι τῷ δι᾿ οὗ σεσώσμεθα τοῦ παλαιοῦ πτώματος. Ὅθεν καὶ νῷ καὶ λόγῳ, καὶ αἰσθήσει, τὴν προσκύνησιν αὐτῷ ἀπονέμοντες, τοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τοῦ σταυροῦ τύπους ὑπό τινων κατασκευαζομένους, ἐξαφανίζεσθαι παντοίως προστάσσομεν, ὡς ἂν μὴ τῇ τῶν βαδιζόντων καταπατήσει τὸ τῆς νίκης ἡμῖν τρόπαιον ἐξυβρίζοιτο. Τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦ σταυροῦ τύπον ἐπὶ ἐδάφους κατασκευάζοντας, ὁρίζομεν ἀφορίζεσθαι.

Κανόνας 74 Να μη γίνονται αγάπες μέσα στις εκκλησίες

Ότι δεν πρέπει να γίνονται οι λεγόμενες αγάπες στους οίκους του Κυρίου ή στις εκκλησίες, ούτε να τρώνε μέσα στον οίκο ούτε να στρώνουν ανάκλιντρα. Και όσοι τολμούν να το κάνουν αυτό, ή να σταματήσουν ή να αφορίζονται.

Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς Κυριακοῖς, ἢ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, τὰς λεγομένας ἀγάπας ποιεῖν, καὶ ἔνδον ἐν τῷ οἴκῳ ἐσθίειν, καὶ ἀκούβιτα στρωννύειν. Οἱ δὲ τοῦτο ποιεῖν τολμῶντες, ἢ παυσάσθωσαν, ἢ ἀφοριζέσθωσαν.

Κανόνας 75 Ψαλμωδία με τάξη και ευλάβεια στην εκκλησία

Όσοι έρχονται στις εκκλησίες για να ψάλλουν, θέλουμε ούτε να χρησιμοποιούν άτακτες φωνές και να εκβιάζουν τη φύση σε κραυγή, ούτε να προσθέτουν τίποτε από όσα δεν αρμόζουν και δεν ταιριάζουν στην εκκλησία· αλλά να προσφέρουν τις ψαλμωδίες με πολλή προσοχή και κατάνυξη στον Θεό, τον επόπτη των κρυφών. Γιατί το ιερό λόγιο δίδαξε ότι οι υιοί Ισραήλ θα είναι ευλαβείς.

Τοὺς ἐπὶ τῷ ψάλλειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι, καὶ τὴν φύσιν πρὸς κραυγὴν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τι ἐπιλέγειν τῶν μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ ἁρμοδίων τε καὶ οἰκείων· ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως, τὰς ψαλμῳδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ. Εὐλαβεῖς γὰρ ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ τὸ ἱερὸν ἐδίδαξε λόγιον.

Κανόνας 76 Όχι καπηλειό ή εμπόριο μέσα στους ιερούς περιβόλους

Ότι δεν πρέπει μέσα στους ιερούς περιβόλους να στήνουν καπηλειό ή να εκθέτουν είδη τροφίμων ή να κάνουν άλλες πωλήσεις, διαφυλάσσοντας το σεβάσμιο της εκκλησίας. Γιατί ο Σωτήρας και Θεός μας, παιδαγωγώντας μας με την εν σαρκί πολιτεία του, παρήγγειλε να μην κάνουμε τον οίκο του Πατέρα του οίκο εμπορίου· ο οποίος και έχυσε τα κέρματα των κολλυβιστών και έδιωξε όσους έκαναν κοινό το ιερό. Αν λοιπόν κάποιος συλληφθεί στο προκείμενο παράπτωμα, να αφορίζεται.

Ὅτι οὐ χρὴ ἔνδον τῶν ἱερῶν περιβόλων καπηλεῖον, ἢ τὰ διὰ βρωμάτων εἴδη προτιθέναι, ἢ ἑτέρας πράσεις ποιεῖσθαι, τὸ σεβάσμιον τῆς ἐκκλησίας φυλάσσοντας. Ὁ γὰρ Σωτὴρ ἡμῶν καὶ Θεός, διὰ τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας παιδαγωγῶν ἡμᾶς, μὴ ποιεῖν τὸν οἶκον τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ ἐμπορίου οἶκον παρεκελεύσατο· ὃς καὶ τῶν κολλυβιστῶν τὸ κέρμα ἐξέχεε, καὶ τοὺς τὸ ἱερὸν κοινοποιοῦντας ἀπήλασεν. Εἴ τις οὖν ἐπὶ τῷ προκειμένῳ ἁλῷ πλημμελήματι, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 77 Κληρικοί και λαϊκοί να μη λούζονται μαζί με γυναίκες

Ότι δεν πρέπει όσοι είναι ιερατικού βαθμού ή οι κληρικοί ή οι ασκητές να λούζονται σε λουτρό μαζί με γυναίκες· ούτε κανένας λαϊκός Χριστιανός· γιατί αυτή είναι η πρώτη μομφή ανάμεσα στους εθνικούς. Και αν κάποιος συλληφθεί σε αυτό, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Ὅτι οὐ δεῖ ἱερατικούς, ἢ κληρικούς, ἢ ἀσκητάς, ἐν βαλανείῳ μετὰ γυναικῶν ἀπολούεσθαι· οὐδὲ πάντα Χριστιανὸν λαϊκόν· αὕτη γὰρ πρώτη κατάγνωσις παρὰ τοῖς ἔθνεσιν. Εἰ δέ τις ἐπὶ τούτῳ φωραθείη, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 78 Οι φωτιζόμενοι να απαγγέλλουν την πίστη στον επίσκοπο

Ότι οι φωτιζόμενοι πρέπει να μαθαίνουν καλά την πίστη και την πέμπτη ημέρα της εβδομάδας να την απαγγέλλουν στον επίσκοπο ή στους πρεσβυτέρους.

Ὅτι δεῖ τοὺς φωτιζομένους τὴν πίστιν ἐκμανθάνειν, καὶ τῇ πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος ἀπαγγέλλειν τῷ ἐπισκόπῳ, ἢ τοῖς πρεσβυτέροις.

Κανόνας 79 Όχι βρασμένη σεμίδαλη μετά τη Γέννηση του Χριστού

Ομολογώντας ότι ο θείος τόκος από την Παρθένο είναι αλόχευτος, αφού και σχηματίστηκε χωρίς σπορά, και κηρύσσοντάς το σε όλο το ποίμνιο, όσους από άγνοια κάνουν κάτι από όσα δεν πρέπει, τους υποβάλλουμε σε διόρθωση. Γι’ αυτό, επειδή βλέπουμε μερικούς, μετά την ημέρα της αγίας Γέννησης του Χριστού του Θεού μας, να βράζουν σεμίδαλη και να τη μοιράζονται μεταξύ τους, με πρόφαση δήθεν την τιμή της λοχείας της άχραντης Παρθενομήτορος, ορίζουμε να μη γίνεται τίποτε τέτοιο από τους πιστούς. Γιατί δεν είναι βέβαια τιμή για την Παρθένο, που γέννησε κατά σάρκα, υπεράνω νου και λόγου, τον αχώρητο Λόγο, να ορίζουμε και να σκιαγραφούμε όσα αφορούν τον άφραστο τόκο της με βάση τα κοινά και όσα αφορούν εμάς. Αν λοιπόν κάποιος από τώρα και στο εξής συλληφθεί να κάνει κάτι τέτοιο, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Ἀλόχευτον τὸν ἐκ τῆς Παρθένου θεῖον τόκον ὁμολογοῦντες, ὡς καὶ ἀσπόρως συστάντα, καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ κηρύσσοντες, τοὺς ἐξ ἀγνοίας πράττοντάς τι τῶν οὐ δεόντων, διορθώσει καθυποβάλλομεν. Ὅθεν, ἐπειδή τινες μετὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν γεννήσεως, δείκνυνται σεμίδαλιν ἔψοντες, καὶ ταύτης ἀλλήλοις μεταδιδόντες, προφάσει τιμῆς δῆθεν λοχείων τῆς ἀχράντου Παρθενομήτορος, ὁρίζομεν, μηδὲν τοιοῦτον ὑπὸ τῶν πιστῶν τελεῖσθαι. Οὐ γὰρ τιμή γε τοῦτο τῇ Παρθένῳ, τῇ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον τὸν ἀχώρητον τεκούσῃ Λόγον σαρκί, ἐκ τῶν κοινῶν τε καὶ καθ᾿ ἡμᾶς τὰ κατὰ τὸν ἄφραστον αὐτῆς τόκον ὁρίζειν καὶ ὑπογράφειν. Εἴ τις οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν πράττων τοιοῦτόν τι φωραθείη, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 80 Απουσία από την εκκλησία τρεις Κυριακές

Αν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος ή κάποιος από όσους συγκαταλέγονται στον κλήρο ή λαϊκός, χωρίς να έχει καμία σοβαρότερη ανάγκη ή δύσκολη υπόθεση, ώστε να λείπει για πάρα πολύ καιρό από την εκκλησία του, αλλά ενώ διαμένει στην πόλη, δεν έρχεται στη σύναξη τρεις Κυριακές μέσα σε τρεις εβδομάδες, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να απομακρύνεται από την κοινωνία.

Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων, ἢ λαϊκός, μηδεμίαν ἀνάγκην βαρυτέραν ἔχοι, ἢ πρᾶγμα δυσχερές, ὥστε ἐπὶ πλεῖστον ἀπολείπεσθαι τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας, ἀλλ᾿ ἐν πόλει διάγων, τρεῖς Κυριακὰς ἡμέρας ἐν τρισὶν ἑβδομάσι μὴ συνέρχοιτο, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀποκινείσθω τῆς κοινωνίας.

Κανόνας 81 Καμία προσθήκη στον Τρισάγιο ύμνο

Επειδή μάθαμε ότι σε μερικές χώρες, στον Τρισάγιο ύμνο, εκφωνείται ως προσθήκη μετά το «Άγιος αθάνατος» το «Ο σταυρωθείς δι’ ημάς, ελέησον ημάς»· και αυτό αποβλήθηκε από τον ύμνο αυτό από τους παλαιούς αγίους Πατέρες, ως ξένο προς την ευσέβεια, μαζί με τον παράνομο αιρετικό που επινόησε μια τέτοια φράση· και εμείς, επικυρώνοντας όσα θεσπίστηκαν ευσεβώς παλαιότερα από τους αγίους Πατέρες μας, αναθεματίζουμε όσους, μετά τον παρόντα όρο, αποδέχονται ακόμη μια τέτοια φράση στις εκκλησίες ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τη συνάπτουν στον Τρισάγιο ύμνο. Και αν μεν ο παραβάτης όσων ορίστηκαν είναι ιερατικού βαθμού, διατάσσουμε να απογυμνώνεται από το ιερατικό αξίωμα· αν δε είναι λαϊκός ή μοναχός, να αφορίζεται.

Ἐπειδή περ ἔν τισι χώραις μεμαθήκαμεν, ἐν τῷ τρισαγίῳ ὕμνῳ, ἐν προσθήκης μέρει ἐκφωνεῖσθαι μετὰ τό, Ἅγιος ἀθάνατος, τό, Ὁ σταυρωθεὶς δι᾿ ἡμᾶς, ἐλέησον ἡμᾶς· τοῦτό τε ὑπὸ τῶν πάλαι ἁγίων Πατέρων, ὡς τῆς εὐσεβείας ἀλλότριον, ἐκ τοῦ τοιούτου ἀπηλάθη ὕμνου, σὺν τῷ τὴν τοιαύτην φωνὴν καινουργήσαντι παρανόμῳ αἱρετικῷ· καὶ ἡμεῖς κυροῦντες τὰ παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν πρὶν εὐσεβῶς θεσμοθετηθέντα, ἀναθεματίζομεν τοὺς ἔτι μετὰ τὸν παρόντα ὅρον παραδεχομένους τὴν τοιαύτην φωνὴν ἐπ᾿ ἐκκλησίαις, ἢ ἄλλως πως τῷ τρισαγίῳ ὕμνῳ συνάπτοντας. Καὶ εἰ μὲν ἱερατικός ἐστιν ὁ παραβάτης τῶν ὁρισθέντων, ἀπογυμνοῦσθαι τοῦτον τῆς ἱερατικῆς ἀξίας προστάσσομεν· εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφορίζεσθαι.

Κανόνας 82 Ο Χριστός να εικονίζεται με ανθρώπινη μορφή, όχι ως αμνός

Σε ορισμένες αγιογραφίες των σεπτών εικόνων απεικονίζεται ένας αμνός που δείχνεται με το δάχτυλο του Προδρόμου, ο οποίος έγινε δεκτός ως τύπος της χάριτος, προδηλώνοντας σε εμάς μέσω του νόμου τον αληθινό Αμνό, τον Χριστό τον Θεό μας. Ασπαζόμενοι λοιπόν τους παλαιούς τύπους και τις σκιές, που παραδόθηκαν στην Εκκλησία ως σύμβολα και προτυπώσεις της αλήθειας, προτιμούμε τη χάρη και την αλήθεια, αφού την υποδεχθήκαμε ως πλήρωμα του νόμου. Για να σκιαγραφείται λοιπόν το τέλειο και στις χρωματουργίες, μπροστά στα μάτια όλων, ορίζουμε να αναστηλώνεται από τώρα και στο εξής και στις εικόνες, αντί του παλαιού αμνού, ο Αμνός που αίρει την αμαρτία του κόσμου, ο Χριστός ο Θεός μας, κατά την ανθρώπινη μορφή του· κατανοώντας μέσω αυτού το ύψος της ταπείνωσης του Θεού Λόγου και χειραγωγούμενοι στη μνήμη της εν σαρκί πολιτείας του, του πάθους του και του σωτήριου θανάτου του, και της απολύτρωσης που από εκεί ήρθε στον κόσμο.

Ἔν τισι τῶν σεπτῶν εἰκόνων γραφαῖς, ἀμνὸς δακτύλῳ τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος ἐγχαράττεται, ὃς εἰς τύπον παρελήφθη τῆς χάριτος, τὸν ἀληθινὸν ἡμῖν διὰ νόμου προϋποφαίνων ἀμνὸν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν. Τοὺς οὖν παλαιοὺς τύπους, καὶ τὰς σκιάς, ὡς τῆς ἀληθείας σύμβολά τε καὶ προχαράγματα, τῇ ἐκκλησίᾳ παραδεδομένους κατασπαζόμενοι, τὴν χάριν προτιμῶμεν, καὶ τὴν ἀλήθειαν, ὡς πλήρωμα νόμου ταύτην ὑποδεξάμενοι. Ὡς ἂν οὖν τὸ τέλειον κἀν ταῖς χρωματουργίαις, ἐν ταῖς ἁπάντων ὄψεσιν ὑπογράφηται, τὸν τοῦ αἴροντος, τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ἀμνοῦ, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κατὰ τὸν ἀνθρώπινον χαρακτῆρα καὶ ἐν ταῖς εἰκόσιν ἀπὸ τοῦ νῦν, ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ ἀμνοῦ, ἀναστηλοῦσθαι ὁρίζομεν· δι᾿ αὐτοῦ τὸ τῆς ταπεινώσεως ὕψος τοῦ Θεοῦ Λόγου κατανοοῦντες, καὶ πρὸς μνήμην τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας, τοῦ τε πάθους αὐτοῦ καὶ τοῦ σωτηρίου θανάτου, χειραγωγούμενοι, καὶ τῆς ἐντεῦθεν γενομένης τῷ κόσμῳ ἀπολυτρώσεως.

Κανόνας 83 Να μη δίνεται η Ευχαριστία στους νεκρούς

Κανείς να μη μεταδίδει από την Ευχαριστία στα σώματα των αποθανόντων. Γιατί είναι γραμμένο: «Λάβετε, φάγετε»· τα σώματα όμως των νεκρών ούτε να λάβουν μπορούν ούτε να φάνε.

Μηδεὶς τοῖς σώμασι τῶν τελευτησάντων τῆς εὐχαριστίας μεταδιδότω. Γέγραπται γάρ· Λάβετε, φάγετε· τὰ δὲ τῶν νεκρῶν σώματα, οὐδὲ λαβεῖν δύναται, οὐδὲ φαγεῖν.

Κανόνας 84 Τα νήπια με αμφίβολο βάπτισμα να βαπτίζονται

Ακολουθώντας τις κανονικές διατάξεις των Πατέρων, ορίζουμε και για τα νήπια: όποτε δεν βρίσκονται αξιόπιστοι μάρτυρες που να λένε ότι αυτά βαπτίστηκαν αναμφίβολα, και ούτε τα ίδια, λόγω της ηλικίας τους, είναι σε θέση να αποκριθούν για τη μυσταγωγία που τους παραδόθηκε, πρέπει να βαπτίζονται χωρίς κανένα πρόσκομμα· για να μην τα στερήσει ο δισταγμός αυτός από μια τέτοια κάθαρση του αγιασμού.

Τοῖς κανονικοῖς τῶν Πατέρων θεσμοῖς κατακολουθοῦντες, ὁρίζομεν καὶ περὶ τῶν νηπίων· ὁσάκις μὴ εὑρίσκωνται βέβαιοι μάρτυρες, οἱ ταῦτα ἀναμφιβόλως βαπτισθέντα εἶναι λέγοντες, καὶ οὐδὲ αὐτὰ διὰ τὴν ἡλικίαν περὶ τῆς παραδοθείσης αὐτοῖς μυσταγωγίας ἀποκρίνασθαι ἐπιτηδείως ἔχωσι, χωρίς τινος προσκόμματος ὀφείλειν ταῦτα βαπτίζεσθαι· μή ποτε ὁ τοιοῦτος δισταγμὸς ἀποστερήσῃ αὐτὰ τῆς τοιαύτης τοῦ ἁγιασμοῦ καθάρσεως.

Κανόνας 85 Οι δούλοι ελευθερώνονται ενώπιον τριών μαρτύρων

Ότι κάθε λόγος βεβαιώνεται με δύο ή τρεις μάρτυρες, το παραλάβαμε από τη Γραφή. Καθορίζουμε λοιπόν ότι οι δούλοι που ελευθερώνονται από τους κυρίους τους θα απολαμβάνουν αυτή την τιμή ενώπιον τριών μαρτύρων, οι οποίοι, με την παρουσία τους, θα προσδίδουν κύρος στην ελευθερία και θα παρέχουν οι ίδιοι αξιοπιστία σε όσα έγιναν.

Ἐπὶ δύο, ἢ τριῶν μαρτύρων βεβαιοῦσθαι πᾶν ῥῆμα, γραφικῶς παρελάβομεν. Τοὺς οὖν ὑπὸ τῶν οἰκείων δεσποτῶν ἐλευθερουμένους δούλους, ἐπὶ τρισὶ μάρτυσι τῆς τοιαύτης τιμῆς ἀπολαύειν διοριζόμεθα οἳ τὸ κῦρος παρόντες τῇ ἐλευθερίᾳ προσοίσουσι, καὶ τὸ πιστὸν ἐξ ἑαυτῶν τοῖς γενομένοις παρέξουσιν.

Κανόνας 86 Όσοι συντηρούν πόρνες

Όσους, για την πτώση των ψυχών, συγκεντρώνουν και συντηρούν πόρνες, αν μεν είναι κληρικοί, ορίζουμε να αφορίζονται και να καθαιρούνται· αν δε λαϊκοί, να αφορίζονται.

Τοὺς ἐπὶ ψυχῶν ὀλίσθῳ πόρνας ἐπισυνάγοντας, καὶ ἐκτρέφοντας, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, ἀφορίζεσθαι, καὶ καθαιρεῖσθαι ὁρίζομεν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι.

Κανόνας 87 Η σύζυγος που εγκαταλείπει τον άνδρα της, και ο δεύτερος γάμος

Η γυναίκα που εγκατέλειψε τον άνδρα της είναι μοιχαλίδα, αν πήγε σε άλλον, σύμφωνα με τον ιερό και θείο Βασίλειο, που άριστα το συνέλεξε αυτό από την προφητεία του Ιερεμία, ότι «Εάν γένηται γυνή ανδρί ετέρω, ουκ επιστρέψει προς τον άνδρα αυτής, αλλά μιαινομένη μιανθήσεται» (Ιερ. 3, 1)· και πάλι: «Ο έχων μοιχαλίδα, άφρων και ασεβής». Αν λοιπόν φανεί ότι αναχώρησε από τον άνδρα της χωρίς λόγο, αυτός μεν είναι άξιος συγγνώμης, αυτή δε επιτιμίων. Και η συγγνώμη θα του δοθεί ώστε να βρίσκεται σε κοινωνία με την Εκκλησία. Εκείνος όμως που εγκαταλείπει τη γυναίκα που νόμιμα ενώθηκε μαζί του και παίρνει άλλη, σύμφωνα με την απόφαση του Κυρίου, υπόκειται στο κρίμα της μοιχείας. Και έχει οριστεί κανονικά από τους Πατέρες μας να βρίσκονται αυτοί ένα έτος στους προσκλαίοντες, δύο έτη στους ακροωμένους, τρία έτη στους υποπίπτοντες, και το έβδομο έτος να στέκονται μαζί με τους πιστούς και έτσι να αξιώνονται της προσφοράς, εφόσον βέβαια μετανοήσουν με δάκρυα.

Ἡ τὸν ἄνδρα καταλιποῦσα μοιχαλίς ἐστιν, εἰ ἐπ᾿ ἄλλον ἦλθε, κατὰ τὸν ἱερὸν καὶ θεῖον Βασίλειον, ἐκ τῆς Ἱερεμίου προφητείας ἄριστα τοῦτο ἀναλεξάμενον· ὅτι, Ἐὰν γένηται γυνὴ ἀνδρὶ ἑτέρῳ, οὐκ ἐπιστρέψει πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς, ἀλλὰ μιαινομένη μιανθήσεται· καὶ πάλιν· Ὁ ἔχων μοιχαλίδα, ἄφρων καὶ ἀσεβής. Εἰ οὖν φανῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀλόγως ἀναχωρήσασα, ὁ μὲν συγγνώμης ἐστὶν ἄξιος, ἡ δὲ ἐπιτιμίων. Ἡ δὲ συγγνώμη τούτῳ πρὸς τὸ κοινωνεῖν τῇ ἐκκλησίᾳ δοθήσεται. Ὁ μέντοι καταλιμπάνων τὴν νομίμως συναφθεῖσαν αὐτῷ γυναῖκα, καὶ ἑτέραν ἀγόμενος, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἀπόφασιν, τῷ τῆς μοιχείας ὑπόκειται κρίματι. Κεκανόνισται δὲ παρὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν, τοὺς τοιούτους ἐνιαυτὸν προσκλαίειν, διετίαν ἐπακροᾶσθαι, τριετίαν ὑποπίπτειν, καὶ τῷ ἑβδόμῳ συνίστασθαι τοῖς πιστοῖς, καὶ οὕτω τῆς προσφορᾶς καταξιοῦσθαι, ἐὰν δὴ μετὰ δακρύων μετανοήσωσιν.

Κανόνας 88 Να μην εισάγονται κτήνη στον ναό

Κανείς να μην εισάγει οποιοδήποτε κτήνος μέσα σε ιερό ναό· εκτός αν κάποιος οδοιπόρος, όταν τον καταλάβει μέγιστη ανάγκη, χωρίς να έχει καλύβι και κατάλυμα, καταλύσει σε έναν τέτοιο ναό. Γιατί, αν το κτήνος δεν εισαχθεί μέσα, αυτό μεν μερικές φορές θα χαθεί, εκείνος δε, με την απώλεια του υποζυγίου και επειδή έτσι θα βρεθεί χωρίς μέσο για να ξεκινήσει την οδοιπορία του, θα παραδοθεί σε κίνδυνο θανάτου· γιατί διδασκόμαστε ότι το σάββατο έγινε για τον άνθρωπο· ώστε η διάσωση και η αβλάβεια του ανθρώπου να θεωρείται σε όλα προτιμότερη. Αν όμως κάποιος συλληφθεί να εισάγει κτήνος σε ιερό τόπο χωρίς ανάγκη, όπως ειπώθηκε, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Μηδεὶς ἔνδον ἱεροῦ ναοῦ κτῆνος τὸ οἱονοῦν εἰσαγέτω· ἐκτὸς εἰμή τις ὁδοιπορῶν, μεγίστης καταλαβούσης ἀνάγκης, οἰκίσκου καὶ καταγωγῆς ἀπορῶν, ἐν τῷ τοιούτῳ καταλύσει ναῷ. Διὰ γὰρ τὸ μὴ τὸ κτῆνος ἔνδον εἰσενεχθῆναι, αὐτὸ μέν, ἔστιν ὅτε, διαφθαρήσεται· ὁ δέ, τῇ τοῦ ὑποζυγίου ἀποβολῇ, καὶ τῷ ἐντεῦθεν ἀπόρως ἔχειν τῆς ἐπὶ τὴν ὁδοιπορίαν ὁρμῆς, θανάτου κινδύνῳ παραδοθήσεται· τὸ γὰρ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον γενέσθαι ἐκδιδασκόμεθα· ὥστε διὰ πάντων προτιμητέαν ἡγεῖσθαι τὴν τοῦ ἀνθρώπου σωτηρίαν τε καὶ ἀπάθειαν. Εἰ δέ τις φωραθείη χωρὶς ἀνάγκης, ὡς εἴρηται, κτῆνος εἰσάγων ἐν ἱερῷ, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 89 Η λύση της νηστείας τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου

Οι πιστοί, περνώντας τις ημέρες του σωτήριου Πάθους με νηστεία και προσευχή και κατάνυξη καρδιάς, πρέπει να λύνουν τη νηστεία γύρω στις μέσες ώρες της νύχτας του Μεγάλου Σαββάτου, αφού οι θείοι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς υποδηλώνουν την προχωρημένη ώρα της νύχτας, ο μεν με τη φράση «Οψέ σαββάτων» (Ματθ. 28, 1), ο δε με το «Όρθρου βαθέος» (Λουκ. 24, 1).

Τὰς τοῦ σωτηρίου πάθους ἡμέρας, ἐν νηστείᾳ, καὶ προσευχῇ, καὶ κατανύξει καρδίας ἐπιτελοῦντας, χρὴ τοὺς πιστοὺς περὶ μέσας τῆς περὶ τὸ μέγα σάββατον νυκτὸς ὥρας ἀπονηστίζεσθαι, τῶν θείων Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ, τοῦ μέν, διὰ τοῦ, Ὀψὲ σαββάτων ῥήματος· τοῦ δέ, διὰ τοῦ Ὄρθρου βαθέος, τὴν βραδύτητα τῆς νυκτὸς ὑπογραφόντων.

Κανόνας 90 Όχι γονυκλισία από τον εσπερινό του Σαββάτου ως το βράδυ της Κυριακής

Από τους θεοφόρους Πατέρες μας παραλάβαμε κανονικά να μην κλίνουμε γόνυ τις Κυριακές, τιμώντας την ανάσταση του Χριστού. Για να μην αγνοούμε λοιπόν το ακριβές αυτής της τήρησης, καθιστούμε φανερό στους πιστούς ότι, μετά την εσπερινή είσοδο των ιερωμένων στο θυσιαστήριο το Σάββατο, σύμφωνα με το έθος που επικρατεί, κανείς δεν πρέπει να κλίνει γόνυ μέχρι την επόμενη εσπέρα, της Κυριακής, κατά την οποία, μετά την είσοδο στο λυχνικό, κάμπτουμε πάλι τα γόνατα και έτσι προσφέρουμε τις ευχές στον Κύριο. Γιατί, θεωρώντας τη νύχτα μετά το Σάββατο πρόδρομο της έγερσης του Σωτήρα μας, αρχίζουμε από τότε πνευματικά τους ύμνους, φέρνοντας την εορτή από το σκότος στο φως, ώστε από τότε να πανηγυρίζουμε την ανάσταση σε ολόκληρη νύχτα και ημέρα.

Ταῖς Κυριακαῖς μὴ γόνυ κλίνειν ἐκ τῶν θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κανονικῶς παρελάβομεν, τὴν τοῦ Χριστοῦ τιμῶντες ἀνάστασιν. Ὡς ἂν οὖν μὴ ἀγνοῶμεν τὸ σαφὲς τῆς τούτου παρατηρήσεως, δῆλον τοῖς πιστοῖς καθιστῶμεν, ὥστε μετὰ τὴν ἐν τῷ σαββάτῳ ἑσπερινὴν τῶν ἱερωμένων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσοδον, κατὰ τὸ κρατοῦν ἔθος, μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς κατὰ τὴν Κυριακὴν ἑσπέρας· καθ᾿ ἣν μετὰ τὴν ἐν τῷ λυχνικῷ εἴσοδον αὖθις τὰ γόνατα κάμπτοντες, οὕτω τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ προσάγομεν. Τῆς γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐγέρσεως πρόδρομον τὴν μετὰ τὸ σάββατον νύκτα παραλαμβάνοντες, τῶν ὕμνων ἐντεῦθεν πνευματικῶς ἀπαρχόμεθα, εἰς φῶς ἐκ σκότους τὴν ἑορτὴν καταλήγοντες, ὡς ἐν ὁλοκλήρῳ ἐντεῦθεν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ πανηγυρίζειν ἡμᾶς τὴν ἀνάστασιν.

Κανόνας 91 Η άμβλωση τιμωρείται με το επιτίμιο του φόνου

Τις γυναίκες που δίνουν τα αμβλωτικά φάρμακα και εκείνες που δέχονται τα εμβρυοκτόνα δηλητήρια, τις υποβάλλουμε στο επιτίμιο του φονέα.

Τὰς τὰ ἀμβλωθρίδια διδούσας φάρμακα, καὶ τὰς δεχομένας τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια, τῷ τοῦ φονέως ἐπιτιμίῳ καθυποβάλλομεν.

Κανόνας 92 Η αρπαγή γυναικών με το όνομα του γάμου

Όσοι αρπάζουν γυναίκες με το όνομα του γάμου, ή συμπράττουν ή βοηθούν εκείνους που τις αρπάζουν, η αγία σύνοδος όρισε, αν είναι κληρικοί, να εκπίπτουν από τον δικό τους βαθμό· αν όμως είναι λαϊκοί, να αναθεματίζονται.

Τοὺς ἁρπάζοντας γυναῖκας ἐπ᾿ ὀνόματι συνοικεσίου, ἢ συμπράττοντας, ἢ συναιρομένους τοῖς ἁρπάζουσιν, ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, ἐκπίπτειν τοῦ οἰκείου βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀναθεματίζεσθαι.

Κανόνας 93 Γυναίκες αγνοουμένων ανδρών που ξαναπαντρεύονται

Η γυναίκα που, ενώ ο άνδρας της έφυγε και αγνοείται, συζεί με άλλον πριν βεβαιωθεί για τον θάνατό του, διαπράττει μοιχεία. Ομοίως και οι γυναίκες των στρατιωτών που παντρεύτηκαν ενώ οι άνδρες τους αγνοούνταν υπόκεινται στην ίδια ρύθμιση· όπως και όσες, λόγω της αποδημίας του άνδρα τους, δεν περίμεναν την επιστροφή του. Εδώ όμως το πράγμα επιδέχεται κάποια συγγνώμη, επειδή η υπόνοια κλίνει μάλλον προς τον θάνατο. Και εκείνη που από άγνοια παντρεύτηκε τον άνδρα που είχε εγκαταλειφθεί προσωρινά από τη γυναίκα του, και έπειτα αφέθηκε, επειδή η προηγούμενη επέστρεψε σε αυτόν, διέπραξε μεν πορνεία, αλλά εν αγνοία· δεν θα αποκλειστεί λοιπόν από τον γάμο· είναι όμως καλύτερο, αν μείνει έτσι. Αν όμως επιστρέψει κάποτε με τον καιρό ο στρατιώτης, του οποίου η γυναίκα, εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας του, ενώθηκε με άλλον άνδρα, αυτός, αν το προτιμά, να πάρει πάλι πίσω τη γυναίκα του, αφού δίνεται συγγνώμη για την άγνοια και σε αυτήν και στον άνδρα που την πήρε στο σπίτι του με δεύτερο γάμο.

Ἡ ἀναχωρήσαντος τοῦ ἀνδρός, καὶ ἀφανοῦς ὄντος, πρὸ τοῦ πεισθῆναι περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἑτέρῳ συνοικοῦσα, μοιχᾶται. Ὡσαύτως καὶ στρατιώτιδες, αἱ, τῶν ἀνδρῶν ἀφανῶν ὄντων, γαμηθεῖσαι, τῷ αὐτῷ ὑπόκεινται λόγῳ· ὥσπερ καὶ αἱ διὰ τὴν ἀποδημίαν τοῦ ἀνδρὸς μὴ ἀναμείνασαι τὴν ἐπάνοδον. Πλὴν ἔχει τινὰ συγγνώμην τὸ πρᾶγμα ἐνταῦθα, διὰ τὸ μᾶλλον πρὸς θάνατον εἶναι τὴν ὑπόνοιαν. Ἡ δὲ τῷ καταλειφθέντι πρὸς καιρὸν παρὰ τῆς γυναικός, κατ᾿ ἄγνοιαν γημαμένη, εἶτα ἀφεθεῖσα, διὰ τὸ ἐπανελθεῖν πρὸς αὐτὸν τὴν προτέραν, ἐπόρνευσε μέν, ἐν ἀγνοίᾳ δέ· γάμου οὖν οὐκ εἰρχθήσεται· κάλλιον δέ, ἐὰν μείνῃ οὕτως. Εἰ δέ γε ὁ στρατιώτης ἐπανέλθοι χρόνῳ ποτέ, οὗ ἡ γυνὴ διὰ τὴν ἐπὶ πολὺ ἐκείνου ἀπόλειψιν ἑτέρῳ συνήφθη ἀνδρί, οὗτος, εἰ προαιρεῖται, τὴν οἰκείαν αὖθις ἀπολαβέτω γυναῖκα, συγγνώμης αὐτῇ ἐπὶ τῇ ἀγνοίᾳ διδομένης, καὶ τῷ ταύτην εἰσοικισαμένῳ κατὰ δεύτερον γάμον ἀνδρί.

Κανόνας 94 Οι ειδωλολατρικοί όρκοι

Όσους ορκίζονται ειδωλολατρικούς όρκους, ο κανόνας τους υποβάλλει σε επιτίμια· και εμείς ορίζουμε γι’ αυτούς αφορισμό.

Τοὺς ὀμνύοντας ὅρκους ἑλληνικούς, ὁ Κανὼν ἐπιτιμίοις καθυποβάλλει· καὶ ἡμεῖς τούτους ἀφορισμὸν ὁρίζομεν.

Κανόνας 95 Πώς γίνονται δεκτοί όσοι επιστρέφουν από την αίρεση

Όσοι από τους αιρετικούς προστίθενται στην Ορθοδοξία και στη μερίδα των σωζομένων, τους δεχόμαστε σύμφωνα με την τάξη και τη συνήθεια που εκτίθεται παρακάτω. Τους Αρειανούς και τους Μακεδονιανούς και τους Ναυατιανούς, που αποκαλούν τους εαυτούς τους Καθαρούς και Αριστερούς, και τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτες, δηλαδή Τετραδίτες, και τους Απολλιναριστές, τους δεχόμαστε όταν δίνουν έγγραφες δηλώσεις και αναθεματίζουν κάθε αίρεση που δεν φρονεί όπως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία, και σφραγίζονται, δηλαδή χρίονται πρώτα με το άγιο μύρο στο μέτωπο και στα μάτια και στους ρώθωνες και στο στόμα και στα αυτιά· και, σφραγίζοντάς τους, λέμε: «Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Και σχετικά με όσους έγιναν Παυλιανιστές και έπειτα κατέφυγαν στην καθολική Εκκλησία, έχει τεθεί όρος να αναβαπτίζονται οπωσδήποτε. Τους Ευνομιανούς όμως, που βαπτίζονται με μία κατάδυση, και τους Μοντανιστές, που εδώ ονομάζονται Φρύγες, και τους Σαβελλιανούς, που πρεσβεύουν την υιοπατορία και διαπράττουν και κάποια άλλα βαριά πράγματα, και όλες τις άλλες αιρέσεις (επειδή είναι πολλοί εδώ, μάλιστα όσοι έρχονται από τη χώρα των Γαλατών), όλους όσοι από αυτούς θέλουν να προστεθούν στην Ορθοδοξία τους δεχόμαστε ως ειδωλολάτρες· και την πρώτη ημέρα τους κάνουμε Χριστιανούς, τη δεύτερη κατηχουμένους· έπειτα την τρίτη τους εξορκίζουμε, εμφυσώντας τρεις φορές στο πρόσωπο και στα αυτιά, και έτσι τους κατηχούμε και τους κάνουμε να περνούν χρόνο στην εκκλησία και να ακούν τις Γραφές, και τότε τους βαπτίζουμε. Και τους Μανιχαίους επίσης και τους Ουαλεντινιανούς και τους Μαρκιωνιστές και όσους προσέρχονται από όμοιες αιρέσεις, δεχόμενοί τους ως ειδωλολάτρες, τους αναβαπτίζουμε. Οι Νεστοριανοί όμως και οι Ευτυχιανιστές και οι Σεβηριανοί και όσοι προέρχονται από όμοιες αιρέσεις πρέπει να κάνουν έγγραφες δηλώσεις και να αναθεματίζουν την αίρεσή τους και τον Νεστόριο και τον Ευτυχή και τον Διόσκορο και τον Σεβήρο, και τους λοιπούς αρχηγέτες αυτών των αιρέσεων και όσους φρονούν τα δικά τους, και όλες τις αιρέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, και έτσι να μεταλαμβάνουν της αγίας κοινωνίας.

Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν τε καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρακαιδεκατίτας, ἤγουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστάς, δεχόμεθα, διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ, τὸ μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καί, σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου. Περὶ δὲ τῶν παυλιανισάντων, εἶτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται, ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εὐνομιανοὺς μέντοι, τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ πάσας τὰς ἄλλας αἱρέσεις, ἐπεὶ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλατῶν χώρας ἐρχόμενοι, πάντας τοὺς ἀπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς· τὴν δὲ δευτέραν, κατηχουμένους· εἶτα τὴν τρίτην, ἐξορκίζομεν μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν. Καὶ τοὺς Μανιχαίους δέ, καὶ τοὺς Οὐαλεντινιανούς, καὶ Μαρκιωνιστάς, καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων προσερχομένους, ὡς Ἕλληνας δεχόμενοι, ἀναβαπτίζομεν· Νεστοριανοὺς δέ, καὶ Εὐτυχιανιστάς, καὶ Σεβηριανούς, καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων χρὴ ποιεῖν λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζειν τὴν αἵρεσιν αὐτῶν, καὶ Νεστόριον, καὶ Εὐτυχέα, καὶ Διόσκορον, καὶ Σεβῆρον· καὶ τοὺς λοιποὺς ἐξάρχους τῶν τοιούτων αἱρέσεων, καὶ τοὺς φρονοῦντας τὰ αὐτῶν, καὶ πάσας τὰς προαναφερομένας αἱρέσεις, καὶ οὕτω μεταλαμβάνειν τῆς ἁγίας κοινωνίας.

Κανόνας 96 Κατά του στολισμού των μαλλιών για δέλεαρ

Όσοι ντύθηκαν τον Χριστό με το βάπτισμα, ομολόγησαν ότι θα μιμούνται την εν σαρκί πολιτεία του. Όσους λοιπόν, προς βλάβη εκείνων που τους βλέπουν, διευθετούν και διασκευάζουν τις τρίχες της κεφαλής με επινοήσεις πλεξίματος και έτσι προβάλλουν δέλεαρ στις αστήρικτες ψυχές, τους θεραπεύουμε πατρικά με κατάλληλο επιτίμιο, παιδαγωγώντας τους και διδάσκοντάς τους να ζουν με σωφροσύνη, ώστε, αφήνοντας την απάτη και τη ματαιότητα που προέρχονται από την ύλη, να μεταφέρουν διαρκώς τον νου τους στην ανώλεθρη και μακάρια ζωή, και να έχουν αγνή αναστροφή με φόβο, και να πλησιάζουν τον Θεό, όσο είναι εφικτό, με την καθαρότητα της ζωής, και να στολίζουν τον έσω άνθρωπο μάλλον παρά τον έξω με αρετές και με χρηστά και άμωμα ήθη· ώστε να μη φέρουν μέσα τους κανένα υπόλειμμα της σκαιότητας του αντιπάλου. Και αν κάποιος ζει αντίθετα προς τον παρόντα κανόνα, να αφορίζεται.

Οἱ τὸν Χριστὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος ἐνδυσάμενοι, τὴν ἐν σαρκὶ αὐτοῦ πολιτείαν μιμεῖσθαι καθωμολόγησαν. Τοὺς οὖν τὰς ἐν τῇ κεφαλῇ τρίχας πρὸς λύμην τῶν ὁρώντων ἐν ἐπινοίαις ἐμπλοκῆς εὐθετίζοντας, καὶ διασκευάζοντας, καὶ δέλεαρ προτιθέντας ἐντεῦθεν ταῖς ἀστηρίκτοις ψυχαῖς, ἐπιτιμίῳ προσφόρῳ πατρικῶς θεραπεύομεν, παιδαγωγοῦντες αὐτούς, καὶ σωφρόνως βιοῦν ἐκδιδάσκοντες, πρὸς τὸ ἀφέντας τὴν ἐκ τῆς ὕλης ἀπάτην καὶ ματαιότητα, πρὸς τὴν ἀνώλεθρον καὶ μακαρίαν ζωὴν τὸν νοῦν μετάγειν διηνεκῶς, καὶ ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἔχειν ἀναστροφήν, καὶ Θεῷ πλησιάζειν, κατὰ τὸ ἐφικτόν, διὰ τῆς ἐν βίῳ καθάρσεως, καὶ τὸν ἔνδον, ἢ τὸν ἔξω ἄνθρωπον μᾶλλον κοσμεῖν ἀρεταῖς καὶ χρηστοῖς καὶ ἀμώμοις τοῖς ἤθεσιν· ὥστε μηδὲν λείψανον φέρειν ἐν ἑαυτοῖς τῆς τοῦ ἐναντίου σκαιότητος. Εἰ δέ τις παρὰ τὸν παρόντα κανόνα διαγίνοιτο, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 97 Όχι συμβίωση με σύζυγο σε ιερούς τόπους

Όσους είτε συζούν με σύζυγο είτε κατά άλλον τρόπο κάνουν χωρίς διάκριση κοινούς τους ιερούς τόπους και φέρονται περιφρονητικά προς αυτούς και έτσι παραμένουν μέσα σε αυτούς, διατάσσουμε να εκδιώκονται ακόμη και από τα κατηχούμενα των σεβάσμιων ναών. Και αν κάποιος δεν το τηρήσει αυτό, αν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται· αν δε λαϊκός, να αφορίζεται.

Τοὺς ἢ γαμετῇ συνοικοῦντας, ἢ ἄλλως ἀδιακρίτως τοὺς ἱεροὺς τόπους κοινοποιοῦντας, καὶ καταφρονητικῶς περὶ αὐτοὺς ἔχοντας, καὶ οὕτως ἐν αὐτοῖς καταμένοντας, καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖς σεβασμίοις ναοῖς κατηχουμένων ἐξωθεῖσθαι προστάσσομεν. Εἰ δέ τις μὴ τοῦτο παραφυλάξοι, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 98 Ο γάμος με τη μνηστή άλλου είναι μοιχεία

Όποιος παίρνει σε κοινωνία γάμου γυναίκα μνηστευμένη με άλλον, ενώ ζει ακόμη εκείνος που τη μνηστεύθηκε, να υπόκειται στην κατηγορία της μοιχείας.

Ὁ ἑτέρῳ μνηστευθεῖσαν γυναῖκα, ἔτι τοῦ μνηστευσαμένου ζῶντος, πρὸς γάμου κοινωνίαν ἀγόμενος, τῷ τῆς μοιχείας ὑποκείσθω ἐγκλήματι.

Κανόνας 99 Όχι κρέατα βρασμένα στα θυσιαστήρια για τους ιερείς

Και αυτό επίσης μάθαμε ότι γίνεται στη χώρα των Αρμενίων: ότι μερικοί βράζουν κομμάτια κρέατος μέσα στα ιερά θυσιαστήρια και τα προσφέρουν, απονέμοντας μερίδες στους ιερείς κατά τον ιουδαϊκό τρόπο. Γι’ αυτό, φυλάγοντας την Εκκλησία ακηλίδωτη, ορίζουμε να μην επιτρέπεται σε κανέναν από τους ιερείς να παίρνει ξεχωρισμένα κομμάτια κρέατος από εκείνους που τα προσφέρουν, αλλά να αρκούνται σε όσα αρέσουν στον προσφέροντα, με την προσφορά αυτή να γίνεται έξω από την εκκλησία. Και αν κάποιος δεν το κάνει έτσι, να αφορίζεται.

Καὶ τοῦτο δὲ ἐν τῇ Ἀρμενίων χώρᾳ γίνεσθαι μεμαθήκαμεν· ὥς τινες ἔνδον ἐν τοῖς ἱεροῖς θυσιαστηρίοις μέλη κρεῶν ἔψοντες, προσάγουσιν, ἀφαιρέματα τοῖς ἱερεῦσιν Ἰουδαϊκῶς ἀπονέμοντες. Ὅθεν τὸ τῆς ἐκκλησίας φυλάττοντες ἀκηλίδωτον, ὁρίζομεν, μὴ ἐξεῖναί τινι τῶν ἱερέων ἀφωρισμένα κρεῶν μέλη παρὰ τῶν προσαγόντων λαμβάνειν, ἀλλ᾿ οἷς ἀρεσθῇ ὁ προσάγων, τούτοις ἀρκείσθωσαν, ἔξω τῆς ἐκκλησίας τῆς τοιαύτης γινομένης προσαγωγῆς. Εἰ δέ τις μὴ τοῦτο οὕτω ποιῇ, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 100 Όχι ζωγραφιές που διαφθείρουν τον νου

«Οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν», και «Πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν», παραγγέλλει η Σοφία· γιατί οι αισθήσεις του σώματος εισάγουν εύκολα στην ψυχή τα δικά τους. Τις ζωγραφιές λοιπόν που καταγοητεύουν την όραση, είτε σε πίνακες είτε αναρτημένες κατά κάποιον άλλον τρόπο, και διαφθείρουν τον νου και τον κινούν προς τα προσανάμματα των αισχρών ηδονών, διατάσσουμε να μην απεικονίζονται καθόλου από τώρα και στο εξής, με οποιονδήποτε τρόπο. Και αν κάποιος επιχειρήσει να κάνει αυτό, να αφορίζεται.

Οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν· καί, Πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν, ἡ Σοφία διακελεύεται· ῥᾳδίως γὰρ τὰ ἑαυτῶν ἐπὶ τὴν ψυχὴν αἱ τοῦ σώματος αἰσθήσεις εἰσκρίνουσι. Τὰς οὖν τὴν ὅρασιν καταγοητευούσας γραφάς, εἴτε ἐν πίναξιν, εἴτε ἄλλως πως ἀνατεθειμένας, καὶ τὸν νοῦν διαφθειρούσας, καὶ κινούσας πρὸς τὰ τῶν αἰσχρῶν ἡδονῶν ὑπεκκαύματα, οὐδαμῶς ἀπὸ τοῦ νῦν οἱῳδήποτε τρόπῳ προστάσσομεν ἐγχαράττεσθαι· εἰ δέ τις τοῦτο πράττειν ἐπιχειρήσοι, ἀφοριζέσθω.

Κανόνας 101 Η θεία Κοινωνία λαμβάνεται στα χέρια, όχι σε σκεύη

Σώμα Χριστού και ναό αποκαλεί μεγαλόφωνα ο θείος Απόστολος τον άνθρωπο, που κτίστηκε κατ’ εικόνα Θεού. Βρισκόμενος λοιπόν πάνω από κάθε αισθητή κτίση, εκείνος που μέσω του σωτήριου Πάθους έλαβε το ουράνιο αξίωμα, τρώγοντας και πίνοντας τον Χριστό, αναπλάθεται διαρκώς για την αιώνια ζωή, αγιαζόμενος στην ψυχή και στο σώμα με τη μέθεξη της θείας χάριτος· ώστε, αν κάποιος θελήσει να μετάσχει στο άχραντο σώμα κατά τον καιρό της σύναξης και να γίνει ένα με αυτό με τη μετουσία, σχηματίζοντας τα χέρια του σε τύπο σταυρού, έτσι να προσέρχεται και να δέχεται την κοινωνία της χάριτος. Γιατί όσους κατασκευάζουν κάποια δοχεία από χρυσό ή από άλλο υλικό, αντί για το χέρι, για την υποδοχή του θείου δώρου, και μέσω αυτών αξιώνονται της άχραντης κοινωνίας, δεν τους αποδεχόμαστε καθόλου, επειδή προτιμούν από την εικόνα του Θεού την άψυχη και υποχείρια ύλη. Και αν κάποιος συλληφθεί να μεταδίδει από την άχραντη κοινωνία σε όσους προσκομίζουν τέτοια δοχεία, να αφορίζεται και αυτός και εκείνος που τα φέρνει.

Σῶμα Χριστοῦ, καὶ ναόν, τὸν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ κτισθέντα ἄνθρωπον, ὁ θεῖος Ἀπόστολος μεγαλοφώνως ἀποκαλεῖ. Πάσης οὖν αἰσθητῆς κτίσεως ὑπερκείμενος ὁ τῷ σωτηρίῳ πάθει τοῦ οὐρανίου τυχῶν ἀξιώματος, ἐσθίων καὶ πίνων Χριστόν, πρὸς ζωὴν διὰ παντὸς μεθαρμόζεται τὴν ἀΐδιον, ψυχὴν καὶ σῶμα τῇ μεθέξει τῆς θείας ἁγιαζόμενος χάριτος· ὥστε, εἴ τις τοῦ ἀχράντου σώματος μετασχεῖν ἐν τῷ τῆς συνάξεως βουληθείη καιρῷ, καὶ ἓν πρὸς αὐτὸ τῇ μετουσίᾳ γενέσθαι, τὰς χεῖρας σχηματίζων εἰς τύπον σταυροῦ, οὕτω προσίτω καὶ δεχέσθω τὴν κοινωνίαν τῆς χάριτος. Τοὺς γὰρ ἐκ χρυσοῦ, ἢ ἄλλης ὕλης, ἀντὶ χειρός, τινὰ δοχεῖα κατασκευάζοντας πρὸς τὴν τοῦ θείου δώρου ὑποδοχήν, καὶ δι᾿ αὐτῶν τῆς ἀχράντου κοινωνίας ἀξιουμένους, οὐδαμῶς προσιέμεθα, ὡς προτιμῶντας τῆς τοῦ Θεοῦ εἰκόνος τὴν ἄψυχον ὕλην καὶ ὑποχείριον. Εἰ δέ τις ἁλῷ τῆς ἀχράντου κοινωνίας μεταδιδοὺς τοῖς τὰ τοιαῦτα δοχεῖα προσφέρουσι, καὶ αὐτὸς ἀφοριζέσθω, καὶ ὁ ταῦτα ἐπιφερόμενος.

Κανόνας 102 Επιτίμιο ανάλογο με την αμαρτία και με τον αμαρτωλό

Όσοι έλαβαν από τον Θεό την εξουσία να λύνουν και να δένουν πρέπει να εξετάζουν την ποιότητα της αμαρτίας και την ετοιμότητα εκείνου που αμάρτησε για επιστροφή, και έτσι να προσφέρουν την κατάλληλη θεραπεία στην αρρώστια, ώστε να μην αποτύχει ως προς τη σωτηρία του ασθενούς, χρησιμοποιώντας την αμετρία προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Γιατί η νόσος της αμαρτίας δεν είναι απλή, αλλά ποικίλη και πολύμορφη, και βλασταίνει πολλές παραφυάδες βλάβης, από τις οποίες το κακό απλώνεται πολύ και προχωρεί, μέχρι να σταματήσει με τη δύναμη εκείνου που θεραπεύει. Γι’ αυτό, όποιος επιδεικνύει την ιατρική επιστήμη εν Πνεύματι πρέπει πρώτα να εξετάζει τη διάθεση εκείνου που αμάρτησε και να παρατηρεί αν κλίνει προς την υγεία ή, αντίθετα, με τους δικούς του τρόπους προσκαλεί την αρρώστια εναντίον του εαυτού του, και πώς φροντίζει για τη διαγωγή του στο μεταξύ, και μήπως αντιπαλεύει τον τεχνίτη και μεγαλώνει την πληγή της ψυχής με την προσαγωγή των φαρμάκων που τοποθετούνται επάνω της· και έτσι να επιμετρά το έλεος κατ’ αξίαν. Γιατί όλη η φροντίδα του Θεού και εκείνου στον οποίο ανατέθηκε η ποιμαντική ηγεσία είναι να επαναφέρει το πλανώμενο πρόβατο και να γιατρέψει εκείνο που πληγώθηκε από τον όφη, και ούτε να το σπρώξει στους κρημνούς της απόγνωσης ούτε να χαλαρώσει το χαλινάρι προς την έκλυση και την περιφρόνηση της ζωής· αλλά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οπωσδήποτε, είτε με τα αυστηρότερα και στυφά είτε με τα απαλότερα και πραότερα φάρμακα, να σταθεί κατά του πάθους και να αγωνιστεί για τη συνούλωση της πληγής, καθώς δοκιμάζει τους καρπούς της μετάνοιας και οικονομεί σοφά τον άνθρωπο που καλείται στην άνω λαμπροφορία. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε και τα δύο, και όσα ανήκουν στην ακρίβεια και όσα ανήκουν στη συνήθεια· και να ακολουθούμε, στις περιπτώσεις όσων δεν δέχονται την άκρα αυστηρότητα, τον τύπο που έχει παραδοθεί, όπως μας διδάσκει ο ιερός Βασίλειος.

Δεῖ δὲ τοὺς ἐξουσίαν λύειν καὶ δεσμεῖν παρὰ Θεοῦ λαβόντας, σκοπεῖν τὴν τῆς ἁμαρτίας ποιότητα, καὶ τὴν τοῦ ἡμαρτηκότος πρὸς ἐπιστροφὴν ἑτοιμότητα, καὶ οὕτω κατάλληλον τὴν θεραπείαν προσάγειν τῷ ἀῤῥωστήματι, ἵνα μή, τῇ ἀμετρίᾳ καθ᾿ ἑκάτερον χρώμενος, ἀποσφαλείη πρὸς τὴν σωτηρίαν τοῦ κάμνοντος. Οὐ γὰρ ἁπλῆ τῆς ἁμαρτίας ἡ νόσος, ἀλλὰ ποικίλη καὶ πολυειδής, καὶ πολλὰς τῆς βλάβης τὰς παραφυάδας βλαστάνουσα, ἐξ ὧν τὸ κακὸν ἐπὶ πολὺ διαχεῖται, καὶ πρόσω βαίνει, μέχρις ἂν σταίη τῇ δυνάμει τοῦ θεραπεύοντος. Ὥστε τὸν τὴν ἰατρικὴν ἐν Πνεύματι ἐπιστήμην ἐπιδεικνύμενον, πρότερον χρὴ τὴν τοῦ ἡμαρτηκότος διάθεσιν ἐπισκέπτεσθαι, καὶ εἴτε πρὸς τὴν ὑγείαν νεύει, ἢ τοὐναντίον, διὰ τῶν οἰκείων τρόπων προσκαλεῖται καθ᾿ ἑαυτοῦ τὸ ἀῤῥώστημα, ἐφορᾷν, ὅπως τε τῆς ἐν τῷ μεταξὺ προνοεῖται ἀναστροφῆς, καὶ εἰ μὴ τῷ τεχνίτῃ ἀντιπαλαίει, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἕλκος διὰ τῆς τῶν ἐπιτιθεμένων φαρμάκων αὐξάνει προσαγωγῆς, καὶ οὕτω τὸν ἔλεον κατ᾿ ἀξίαν ἐπιμετρεῖν. Πᾶς γὰρ λόγος Θεῷ καὶ τῷ τὴν ποιμαντικὴν ἐγχειρισθέντι ἡγεμονίαν, τὸ πλανώμενον πρόβατον ἐπαναγαγεῖν, καὶ τρωθὲν ὑπὸ τοῦ ὄφεως ἐξιάσασθαι, καὶ μήτε κατὰ κρημνῶν ὠθῆσαι τῆς ἀπογνώσεως, μήτε τὸν χαλινὸν ὑπενδοῦναι πρὸς τὴν τοῦ βίου ἔκλυσίν τε καὶ καταφρόνησιν· ἀλλ᾿ ἑνί γε τρόπῳ πάντως, εἴτε διὰ τῶν αὐστηροτέρων τε καὶ στυφόντων, εἴτε διὰ τῶν ἀπαλωτέρων τε καὶ πρᾳοτέρων φαρμάκων, κατὰ τοῦ πάθους στῆναι, καὶ πρὸς συνούλωσιν τοῦ ἕλκους ἀνταγωνίσασθαι, τοὺς τῆς μετανοίας καρποὺς δοκιμάζοντι, καὶ οἰκονομοῦντι σοφῶς τὸν πρὸς τὴν ἄνω λαμπροφορίαν καλούμενον ἄνθρωπον. Ἀμφότερα τοίνυν εἰδέναι ἡμᾶς χρή, καὶ τὰ τῆς ἀκριβείας, καὶ τὰ τῆς συνηθείας· ἕπεσθαι δέ, ἐπὶ τῶν μὴ καταδεξαμένων τὴν ἀκρότητα, τῷ παραδοθέντι τύπῳ, καθὼς ὁ ἱερὸς ἡμᾶς ἐκδιδάσκει Βασίλειος.

Απόδοση στη νέα ελληνική: του ίδιου του ιστότοπου, από το πρωτότυπο που βρίσκεται δίπλα. Πρωτότυπο: το κείμενο του Πηδαλίου, όπως μεταγράφηκε στο users.uoa.gr/~nektar και διορθώθηκε εδώ. Σχετικά με αυτά τα κείμενα.