Οι Ιεροί Κανόνες Ζ΄ Οικουμενική
Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος
Κανόνες τῆς ἐν Νικαίᾳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ´ Συνόδου
Νίκαια, 787 · συγκλήθηκε από την αυτοκράτειρα Ειρήνη και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ · 22 κανόνες · Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια, 787) στον χάρτη
Είκοσι δύο κανόνες της συνόδου που αναστήλωσε τις εικόνες. Ο πρώτος αποδέχεται όλους τους κανόνες που προηγήθηκαν· οι υπόλοιποι αποκαθιστούν ό,τι είχαν καταλύσει τα χρόνια της εικονομαχίας, απαγορεύοντας τη χειροτονία έναντι χρημάτων και τον διορισμό επισκόπων από την κοσμική εξουσία, απαιτώντας λείψανα σε κάθε εγκαινιασμένο ναό και ρυθμίζοντας τα μοναστήρια και την περιουσία τους.
Κανόνας 1 Οι θείοι κανόνες γίνονται δεκτοί και επικυρώνονται
Για όσους έλαχαν το ιερατικό αξίωμα, μαρτυρίες και ορθές κατευθύνσεις είναι οι επιταγές των κανονικών διατάξεων· και, δεχόμενοι αυτές με χαρά, ψάλλουμε μαζί με τον θεοφάντορα Δαβίδ προς τον Δεσπότη Θεό, λέγοντας: «Εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθην, ως επί παντί πλούτω»· και: «Ενετείλω δικαιοσύνην, τα μαρτύριά σου εις τον αιώνα· συνέτισόν με και ζήσομαι». Και για πάντα η προφητική φωνή μάς εντέλλεται να φυλάγουμε τις μαρτυρίες του Θεού και να ζούμε μέσα σε αυτές, οι οποίες προφανώς μένουν ακράδαντες και ασάλευτες· επειδή και ο θεόπτης Μωυσής έτσι λέει: «Εν αυτοίς ουκ έστι προσθείναι, και απ’ αυτών ουκ έστιν αφελείν». Και ο θείος Απόστολος Πέτρος, καυχώμενος γι’ αυτές, βοά: «Εις α επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι». Και ο Παύλος λέει: «Καν ημείς, ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν, παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω». Αφού λοιπόν έτσι έχουν αυτά και μας μαρτυρούνται επίσημα, αγαλλόμενοι γι’ αυτά σαν κάποιος που βρίσκει πολλά λάφυρα, ενστερνιζόμαστε με χαρά τους θείους κανόνες και κρατούμε ολόκληρη και ασάλευτη τη διάταξή τους, εκείνων που εκτέθηκαν από τις άγιες σάλπιγγες του Πνεύματος, τους πανεύφημους Αποστόλους, και από τις έξι άγιες οικουμενικές συνόδους, και από όσες συγκεντρώθηκαν τοπικά για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, και από τους αγίους Πατέρες μας. Διότι όλοι αυτοί, φωτισμένοι από ένα και το ίδιο Πνεύμα, όρισαν τα ωφέλιμα. Και όσους εκείνοι παραπέμπουν στο ανάθεμα, και εμείς τους αναθεματίζουμε· όσους στην καθαίρεση, και εμείς τους καθαιρούμε· όσους στον αφορισμό, και εμείς τους αφορίζουμε· και όσους παραδίδουν σε επιτίμιο, και εμείς ομοίως τους υποβάλλουμε σε αυτό. Διότι: «Αφιλάργυρος ο τρόπος, αρκούμενοι τοις παρούσιν»· έτσι βοά διαρρήδην εκείνος που ανέβηκε στον τρίτο ουρανό και άκουσε άρρητα ρήματα, ο θείος Απόστολος Παύλος.
Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν, μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα, αἱ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις· ἃς ἀσμένως δεχόμενοι, μετὰ τοῦ θεοφάντορος Δαβὶδ ᾄδομεν πρὸς τὸν δεσπότην Θεόν, λέγοντες· Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ· καὶ, Ἐνετείλω δικαιοσύνην, τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα· συνέτισόν με καὶ ζήσομαι. Καί, Εἰς τὸν αἰῶνα ἡ προφητικὴ φωνὴ ἐντέλλεται ἡμῖν φυλάττειν τὰ μαρτύρια τοῦ Θεοῦ, καὶ ζῇν ἐν αὐτοῖς, δηλονότι ἀκράδαντα καὶ ἀσάλευτα διαμένοντα, ὅτι καὶ ὁ θεόπτης Μωϋσῆς οὕτω φησὶν· Ἐν αὐτοῖς οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν· Καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Πέτρος ἐν αὐτοῖς ἐγκαυχώμενος βοᾷ· Εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι. Καὶ ὁ Παῦλός φησιν· Κἂν ἡμεῖς, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Τούτων οὖν οὕτως ὄντων, καὶ διαμαρτυρουμένων ἡμῖν, ἀγαλλιώμενοι ἐπ᾿ αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἓξ ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· Ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα. Καὶ οὓς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν· οὓς δὲ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν· οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν· οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν. Ἀφιλάργυρος γὰρ ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· ὁ ἀναβεβηκὼς εἰς τρίτον οὐρανόν, καὶ ἀκούσας ἄῤῥητα ῥήματα, Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος διαῤῥήδην βοᾷ.
Κανόνας 2 Ο εψηφισμένος επίσκοπος πρέπει να γνωρίζει το Ψαλτήρι και τους κανόνες
Επειδή, ψάλλοντας, δεσμευόμαστε προς τον Θεό: «Εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω, ουκ επιλήσομαι των λόγων σου», είναι σωτήριο να το φυλάγουν αυτό όλοι μεν οι Χριστιανοί, κατ’ εξοχήν όμως όσοι έχουν περιβληθεί το ιερατικό αξίωμα. Γι’ αυτό ορίζουμε καθένας που πρόκειται να προαχθεί στον βαθμό της επισκοπής να γνωρίζει οπωσδήποτε το Ψαλτήρι, ώστε, ως εκ τούτου, να νουθετεί και όλο τον κλήρο που υπάγεται σε αυτόν να μυείται με τον ίδιο τρόπο. Και να εξετάζεται αυστηρά από τον μητροπολίτη, αν έχει προθυμία να διαβάζει ερευνητικά, και όχι επιφανειακά, τους ιερούς κανόνες και το άγιο Ευαγγέλιο και το βιβλίο του θείου Αποστόλου και όλη τη θεία Γραφή· και να ζει σύμφωνα με τις θείες εντολές, και να διδάσκει τον λαό που υπάγεται σε αυτόν. Διότι ουσία της δικής μας ιεραρχίας είναι τα θεοπαράδοτα λόγια, δηλαδή η αληθινή γνώση των θείων Γραφών, όπως απεφάνθη ο μέγας Διονύσιος. Αν όμως διστάζει και δεν δέχεται με χαρά να πράττει και να διδάσκει έτσι, να μη χειροτονείται. Διότι ο Θεός είπε προφητικά: «Συ επίγνωσιν απώσω, καγώ απώσομαί σε του μη ιερατεύειν μοι».
Ἐπειδή περ ψάλλοντες συντασσόμεθα τῷ Θεῷ· Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου· πάντας μὲν Χριστιανοὺς τοῦτο φυλάττειν σωτήριον, κατ᾿ ἐξαίρετον δέ, τοὺς τὴν ἱερατικὴν ἀμπεχομένους ἀξίαν. Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾿ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν· καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾿ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι.
Κανόνας 3 Άκυρη η εκλογή κληρικών από κοσμικούς άρχοντες
Κάθε εκλογή που γίνεται από άρχοντες, επισκόπου ή πρεσβυτέρου ή διακόνου, να μένει άκυρη, σύμφωνα με τον κανόνα που λέει: «Αν κάποιος επίσκοπος, χρησιμοποιώντας κοσμικούς άρχοντες, αποκτήσει μέσω αυτών εκκλησία, να καθαιρείται και να αφορίζεται, και όλοι όσοι κοινωνούν μαζί του». Διότι εκείνος που πρόκειται να προβιβαστεί σε επισκοπή πρέπει να εκλέγεται από επισκόπους, όπως έχει οριστεί από τους αγίους Πατέρες της Νίκαιας στον κανόνα που λέει: «Αρμόζει ο επίσκοπος να καθίσταται πρωτίστως από όλους όσους είναι στην επαρχία· αν όμως αυτό είναι δύσκολο, είτε λόγω επείγουσας ανάγκης είτε λόγω του μήκους του δρόμου, αφού συγκεντρωθούν οπωσδήποτε τρεις στο ίδιο μέρος (ενώ και οι απόντες ψηφίζουν μαζί τους και συναινούν με γράμματα), τότε να γίνεται η χειροτονία. Η επικύρωση όμως όσων γίνονται να δίνεται σε κάθε επαρχία στον μητροπολίτη».
Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων, ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου, ἄκυρον μένειν, κατὰ τὸν κανόνα τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι᾿ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω, καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες. Δεῖ γὰρ τὸν μέλλοντα προβιβάζεσθαι εἰς ἐπισκοπήν, ὑπὸ ἐπισκόπων ψηφίζεσθαι· καθὼς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ ὥρισται ἐν τῷ κανόνι τῷ λέγοντι· Ἐπίσκοπον προσήκει, μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι· εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξάπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους· (συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων), τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι. Τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων, δίδοσθαι καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.
Κανόνας 4 Ο επίσκοπος δεν επιτρέπεται να αποσπά χρήματα από τον κλήρο του
Ο κήρυκας της αλήθειας, ο θείος Απόστολος Παύλος, σαν να έθετε κανόνα στους πρεσβυτέρους των Εφεσίων, μάλλον δε και σε όλο το ιερατικό πλήρωμα, μίλησε έτσι με παρρησία λέγοντας: «Αργυρίου, ή χρυσίου, ή ιματισμού, ουδενός επεθύμησα· πάντα υπέδειξα υμίν, ότι ούτω κοπιώντας δει αντιλαμβάνεσθαι των ασθενούντων, μακάριον ηγουμένους το διδόναι, ή λαμβάνειν». Γι’ αυτό και εμείς, διδαγμένοι από αυτόν, ορίζουμε ο επίσκοπος να μην επινοεί καθόλου από αισχροκέρδεια, προφασιζόμενος προφάσεις εν αμαρτίαις, να απαιτεί χρυσό ή άργυρο ή άλλο είδος από τους επισκόπους ή κληρικούς ή μοναχούς που τελούν υπ’ αυτόν. Διότι λέει ο Απόστολος: «Άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι»· και: «Ουκ οφείλει τα τέκνα τοις γονεύσι θησαυρίζειν, αλλ’ οι γονείς τοις τέκνοις». Αν λοιπόν κάποιος βρεθεί, για απαίτηση χρυσού ή κάποιου άλλου είδους, ή εξαιτίας κάποιου δικού του πάθους, να αποκλείει από τη λειτουργία και να αφορίζει κάποιον από τους κληρικούς που είναι υπ’ αυτόν, ή να κλείνει σεπτό ναό, ώστε να μη γίνονται σε αυτόν οι λειτουργίες του Θεού, και να στρέφει τη μανία του σε κάτι αναίσθητο, αυτός είναι πράγματι ο ίδιος αναίσθητος, και θα υπόκειται στο ίδιο πάθημα, και θα επιστρέψει ο κόπος του στην κεφαλή του, ως παραβάτης της εντολής του Θεού και των αποστολικών διατάξεων. Διότι και ο Πέτρος, η ανώτατη κορυφή των Αποστόλων, παραγγέλλει: «Ποιμαίνετε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστώς, αλλ’ εκουσίως, κατά Θεόν· μη αισχροκερδώς, αλλά προθύμως· μη ως κατακυριεύοντες των κλήρων, αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου· και φανερωθέντος του Αρχιποίμενος, κομιείσθε τον αμαράντινον της δόξης στέφανον».
Ὁ κῆρυξ τῆς ἀληθείας Παῦλος, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οἱονεὶ κανόνα τιθεὶς τοῖς Ἐφεσίων πρεσβυτέροις, μᾶλλον δὲ καὶ παντὶ ἱερατικῷ πληρώματι, οὕτως ἐπαῤῥησιάσθη, εἰπών· Ἀργυρίου, ἢ χρυσίου, ἢ ἱματισμοῦ, οὐδενὸς ἐπεθύμησα· πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μακάριον ἡγουμένους τὸ διδόναι, ἢ λαμβάνειν. Διὸ καὶ ἡμεῖς μαθητευθέντες παρ᾿ αὐτοῦ, ὁρίζομεν, μηδόλως αἰσχροκερδῶς ἐπινοεῖσθαι ἐπίσκοπον, προφασιζόμενον προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπαιτεῖν χρυσόν, ἢ ἄργυρον, ἢ ἕτερον εἶδος τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν τελοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, ἢ μοναχούς. Φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος· Ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι· καί, Οὐκ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις. Εἴ τις οὖν δι᾿ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν, εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν κληρικῶν, ἢ σεπτὸν ναὸν κλείων, ὡς μὴ γίνεσθαι ἐν αὐτῷ τὰς τοῦ Θεοῦ λειτουργίας, καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ, καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων. Παραγγέλλει γὰρ καὶ Πέτρος, ἡ κορυφαία τῶν Ἀποστόλων ἀκρότης, Ποιμαίνετε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ᾿ ἑκουσίως, κατὰ Θεόν· μὴ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως· μὴ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος, κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.
Κανόνας 5 Κατά της σιμωνίας και όσων καυχώνται γι’ αυτήν
Αμαρτία προς θάνατον είναι, όταν κάποιοι, αμαρτάνοντας, μένουν αδιόρθωτοι. Και χειρότερο από αυτό, αν επιπλέον, σκληροτράχηλοι, εξεγείρονται κατά της ευσέβειας και της αλήθειας, προτιμώντας τον Μαμωνά από την υπακοή στον Θεό, και δεν κρατούν τις κανονικές του διατάξεις. Σε αυτούς δεν είναι ο Κύριος ο Θεός, εκτός αν ίσως, αφού ταπεινωθούν, ανανήψουν από το δικό τους σφάλμα· διότι πρέπει μάλλον να προσέρχονται στον Θεό και με συντετριμμένη καρδιά να ζητούν την άφεση αυτού του αμαρτήματος και τη συγχώρηση, και όχι να υπερηφανεύονται για την άθεσμη καταβολή. Διότι «εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις τη καρδία». Όσοι λοιπόν καυχώνται ότι με καταβολή χρυσίου τάχθηκαν στην Εκκλησία, και στηρίζουν την ελπίδα τους σε αυτή την πονηρή συνήθεια, που αποξενώνει από τον Θεό και από κάθε ιερωσύνη, και εξαιτίας αυτού, με αναιδές πρόσωπο και ανοιχτό στόμα, ατιμάζουν με ονειδιστικά λόγια εκείνους που για την αρετή του βίου τους εξελέγησαν από το Άγιο Πνεύμα και κατατάχθηκαν χωρίς καταβολή χρυσίου: αυτοί που κάνουν αυτό να λαμβάνουν πρώτα τον κατώτατο βαθμό του δικού τους τάγματος· και αν επιμένουν, να διορθώνονται με επιτίμιο. Αν όμως φανεί ποτέ κάποιος ότι το έχει κάνει αυτό σε χειροτονία, να γίνεται σύμφωνα με τον αποστολικό κανόνα που λέει: «Αν κάποιος επίσκοπος γίνει κάτοχος αυτού του αξιώματος με χρήματα, ή πρεσβύτερος ή διάκονος, να καθαιρείται και αυτός και εκείνος που τον χειροτόνησε, και να αποκόπτονται εντελώς από την κοινωνία, όπως ο Σίμων ο μάγος από εμένα τον Πέτρο». Ομοίως και σύμφωνα με τον δεύτερο κανόνα των οσίων Πατέρων μας της Χαλκηδόνας, που λέει: «Αν κάποιος επίσκοπος κάνει χειροτονία για χρήματα και υποβιβάσει σε πώληση τη χάρη που δεν πωλείται, και χειροτονήσει για χρήματα επίσκοπο ή χωρεπίσκοπο ή πρεσβύτερο ή διάκονο ή κάποιον από όσους είναι καταριθμημένοι στον κλήρο, ή διορίσει για χρήματα οικονόμο ή έκδικο ή παραμονάριο ή γενικά κάποιον από όσους είναι στον κανόνα, για δική του αισχροκέρδεια, αυτός που το επιχείρησε, όταν αποδειχθεί ένοχος, να κινδυνεύει ως προς τον δικό του βαθμό· και αυτός που χειροτονείται να μην ωφελείται σε τίποτε από τη χειροτονία ή τον διορισμό που έγινε με εμπόριο, αλλά να είναι αλλότριος του αξιώματος ή της αρμοδιότητας που απέκτησε με χρήματα. Αν όμως κάποιος φανεί ακόμη και ως μεσάζων σε τέτοια αισχρά και αθέμιτα κέρδη, και αυτός, αν είναι κληρικός, να εκπίπτει από τον δικό του βαθμό· αν όμως είναι λαϊκός ή μοναχός, να αφορίζεται».
Ἁμαρτία πρὸς θάνατόν ἐστιν, ὅταν τινὲς ἁμαρτάνοντες, ἀδιόρθωτοι μένωσι. Τὸ δὲ τούτου χεῖρον, ἐὰν καὶ τραχηλιῶντες κατεξανίστανται τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς ἀληθείας, προτιμώμενοι τὸν Μαμωνᾶν τῆς τοῦ Θεοῦ ὑπακοῆς, καὶ τῶν κανονικῶν αὐτοῦ διατάξεων μὴ ἀντεχόμενοι. Ἐν τούτοις οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, εἰ μήπου ταπεινωθέντες, τοῦ ἰδίου σφάλματος ἀνανήψωσι· χρὴ γὰρ μᾶλλον αὐτοὺς προσέρχεσθαι τῷ Θεῷ, καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας τὴν ἄφεσιν τούτου τοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τὴν συγχώρησιν αἰτεῖσθαι, οὐχὶ ἐναβρύνεσθαι τῇ ἀθέσμῳ δόσει. Ἐγγὺς γὰρ Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ. Τοὺς οὖν ἐγκαυχωμένους, διὰ δόσεως χρυσίου τετάχθαι ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ ταύτῃ τῇ πονηρᾷ συνηθείᾳ ἐπελπίζοντας, τῇ ἀλλοτριούσῃ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ πάσης ἱερωσύνης, καὶ ἐκ τούτου ἀναιδεῖ προσώπῳ, καὶ ἀπερικαλύπτῳ στόματι, ὀνειδιστικοῖς λόγοις τοὺς δι᾿ ἀρετὴν βίου ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκλεγέντας, καὶ καταταγέντας ἐκτὸς δόσεως χρυσίου, ἀτιμάζοντας, πρῶτα μὲν τοῦτο ποιοῦντας, τὸν ἔσχατον βαθμὸν λαμβάνειν τοῦ οἰκείου τάγματος. Εἰ δ᾿ ἐπιμένοιεν, δι᾿ ἐπιτιμίου διορθοῦσθαι. Εἰ δέ τις ἐπὶ χειροτονίᾳ φανείη ποτὲ τοῦτο πεποιηκώς, γινέσθω κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένηται, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθωσαν παντάπασιν ἐκ τῆς κοινωνίας, ὡς Σίμων ὁ μάγος ὑπ᾿ ἐμοῦ Πέτρου. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῶν ἐν Χαλκηδόνι ὁσίων Πατέρων ἡμῶν, τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος ἐπὶ χρήμασι χειροτονίαν ποιήσοιτο, καὶ εἰς πρᾶσιν καταγάγοι τὴν ἄπρατον χάριν, καὶ χειροτονήσοι ἐπὶ χρήμασιν ἐπίσκοπον, ἢ χωρεπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἤ τινα τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταριθμουμένων, ἢ προβάλλοιτο ἐπὶ χρήμασιν οἰκονόμον, ἢ ἔκδικον, ἢ παραμονάριον, ἢ ὅλως τινὰ τοῦ κανόνος, ἢ δι᾿ αἰσχροκέρδειαν οἰκείαν, ὁ τοῦτο ἐπιχειρήσας ἐλεγχθείς, κινδυνευέτω εἰς τὸν οἰκεῖον βαθμόν· καὶ ὁ χειροτονούμενος μηδὲν ἐκ τῆς κατ᾿ ἐμπορίαν ὠφελείσθω χειροτονίας, ἢ προβολῆς, ἀλλ᾿ ἔστω ἀλλότριος τῆς ἀξίας, ἢ τοῦ φροντίσματος, οὗπερ ἐπὶ χρήμασιν ἔτυχεν. Εἰ δέ τις καὶ μεσιτεύων φανείη τοῖς οὕτως αἰσχροῖς καὶ ἀθεμίτοις λήμμασι, καὶ οὗτος, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, τοῦ οἰκείου ἐκπιπτέτω βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.
Κανόνας 6 Η σύνοδος της επαρχίας να συνέρχεται κάθε χρόνο
Επειδή υπάρχει κανόνας που λέει: «Δύο φορές τον χρόνο σε κάθε επαρχία πρέπει να γίνονται με συνάθροιση επισκόπων οι κανονικές εξετάσεις», εξαιτίας της θλίψης και επειδή όσοι συγκεντρώνονται δεν έχουν τα αναγκαία για την οδοιπορία, οι όσιοι Πατέρες της έκτης συνόδου όρισαν να γίνεται με κάθε τρόπο και παρά κάθε πρόφαση μία φορά τον χρόνο, και να διορθώνονται τα σφάλματα. Αυτόν λοιπόν τον κανόνα τον ανανεώνουμε και εμείς· και αν βρεθεί κάποιος άρχοντας να το εμποδίζει αυτό, να αφορίζεται. Αν όμως κάποιος από τους μητροπολίτες αμελήσει να γίνεται αυτό, εκτός από ανάγκη και βία και κάποια εύλογη δικαιολογία, να υπόκειται στα κανονικά επιτίμια. Και όταν γίνεται η σύνοδος για κανονικά και ευαγγελικά θέματα, πρέπει οι επίσκοποι που συγκεντρώθηκαν να έχουν μελέτη και φροντίδα για τη φύλαξη των θείων και ζωοποιών εντολών του Θεού. Διότι στη φύλαξή τους υπάρχει πολλή ανταπόδοση· επειδή και «λύχνος η εντολή· νόμος δε, φως, και οδός ζωής έλεγχος και παιδεία»· και: «Η εντολή Κυρίου τηλαυγής φωτίζουσα οφθαλμούς». Και να μην έχει άδεια ο μητροπολίτης να απαιτεί, από όσα φέρνει μαζί του ο επίσκοπος, ούτε ζώο ούτε άλλο είδος. Διότι, αν αποδειχθεί ότι το έκανε αυτό, θα αποδώσει το τετραπλάσιο.
Ἐπειδή περ κανών ἐστιν, ὁ λέγων· Δὶς τοῦ ἕτους καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν χρῆναι γίνεσθαι διὰ συναθροίσεως ἐπισκόπων τὰς κανονικὰς συζητήσεις· διὰ τὴν συντριβὴν καὶ τὸ ἐνδεῶς ἔχειν πρὸς ὁδοιπορίαν τοὺς συναθροιζομένους, ὥρισαν οἱ τῆς ἕκτης συνόδου ὅσιοι Πατέρες, ἐξ ἅπαντος τρόπου καὶ προφάσεως, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ γίνεσθαι, καὶ τὰ ἐσφαλμένα διορθοῦσθαι. Τοῦτον οὖν τὸν κανόνα καὶ ἡμεῖς ἀνανεοῦμεν· καὶ εἴ τις εὑρεθῇ ἄρχων τοῦτο κωλύων, ἀφοριζέσθω. Εἰ δέ τις ἐκ τῶν μητροπολιτῶν ἀμελήσοι τοῦτο γίνεσθαι, ἐκτὸς ἀνάγκης, καὶ βίας, καί τινος εὐλόγου προφάσεως, τοῖς κανονικοῖς ἐπιτιμίοις ὑποκείσθω· Τῆς δὲ συνόδου γενομένης περὶ κανονικῶν καὶ εὐαγγελικῶν πραγμάτων, δεῖ τοῖς συναθροισθεῖσιν ἐπισκόποις ἐν μελέτῃ καὶ φροντίδι γίνεσθαι τοῦ φυλάττεσθαι τὰς θείας καὶ ζωοποιοὺς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Ἐν γὰρ τῷ φυλάττεσθαι αὐτὰς ἀνταπόδοσις πολλή· ὅτι καὶ λύχνος ἡ ἐντολή· νόμος δέ, φῶς, καὶ ὁδὸς ζωῆς ἔλεγχος καὶ παιδεία· καί, Ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγὴς φωτίζουσα ὀφθαλμούς. Μὴ ἔχειν δὲ ἄδειαν τὸν μητροπολίτην, ἐξ ὧν ἐπιφέρεται ὁ ἐπίσκοπος μετ᾿ αὐτοῦ, ἢ κτῆνος, ἢ ἕτερον εἶδος ἀπαιτεῖν. Εἰ γὰρ τοῦτο ἐλεγχθῇ πεποιηκώς, ἀποτίσει τετραπλάσιον.
Κανόνας 7 Κανένας ναός να μην καθιερώνεται χωρίς άγια λείψανα
Είπε ο θείος Απόστολος Παύλος: «Τινών ανθρώπων αι αμαρτίαι πρόδηλοί εισι· τισί δε και επακολουθούσιν». Όταν λοιπόν προηγούνται αμαρτίες, ακολουθούν αυτές και άλλες αμαρτίες. Έτσι και την ασεβή αίρεση των χριστιανοκατηγόρων την ακολούθησαν και άλλα ασεβήματα. Διότι, όπως αφαίρεσαν από την Εκκλησία τη θέα των σεπτών εικόνων, έτσι έχουν εγκαταλείψει και κάποια άλλα έθιμα, τα οποία πρέπει να ανανεωθούν και να ισχύουν έτσι σύμφωνα με την έγγραφη και άγραφη νομοθεσία. Όσοι λοιπόν σεπτοί ναοί καθιερώθηκαν χωρίς άγια λείψανα μαρτύρων, ορίζουμε να γίνει σε αυτούς κατάθεση λειψάνων με τη συνήθη ευχή. Και εκείνος που καθιερώνει ναό χωρίς άγια λείψανα να καθαιρείται, ως κάποιος που παρέβη τις εκκλησιαστικές παραδόσεις.
Ἔφη Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι· τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν. Ἁμαρτιῶν οὖν προκαταλαμβανουσῶν, καὶ ἕτεραι ἁμαρτίαι ἕπονται ταύταις. Τῇ οὖν ἀσεβεῖ αἱρέσει τῶν χριστιανοκατηγόρων καὶ ἄλλα ἀσεβήματα συνηκολούθησαν. Ὥσπερ γὰρ τὴν τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀφείλοντο ὄψιν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἕτερά τινα ἔθη παραλελοίπασιν, ἃ χρὴ ἀνανεωθῆναι, καὶ κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεῖν. Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις.
Κανόνας 8 Να μη γίνονται δεκτοί οι Εβραίοι που υποκρίνονται τους Χριστιανούς
Επειδή κάποιοι από τη θρησκεία των Εβραίων, πλανεμένοι, έκριναν καλό να εμπαίζουν τον Χριστό, τον Θεό μας, προσποιούμενοι μεν ότι είναι Χριστιανοί, αρνούμενοι όμως αυτόν κρυφά, και τηρώντας κρυφά το Σάββατο, και κάνοντας άλλα ιουδαϊκά πράγματα, ορίζουμε αυτοί να μη γίνονται δεκτοί ούτε στην κοινωνία ούτε στην προσευχή ούτε στην εκκλησία, αλλά να είναι φανερά Εβραίοι σύμφωνα με τη δική τους θρησκεία, και ούτε τα παιδιά τους να βαπτίζουν ούτε δούλο να αγοράζουν ή να αποκτούν. Αν όμως κάποιος από αυτούς επιστρέψει από ειλικρινή πίστη και ομολογήσει με όλη του την καρδιά, στηλιτεύοντας δημόσια τα έθιμα και τις πρακτικές τους, ώστε να ελεγχθούν και να διορθωθούν και άλλοι, αυτός να γίνεται δεκτός και να βαπτίζεται, και τα παιδιά του, και να εξασφαλίζεται ότι θα απομακρυνθούν από τις εβραϊκές πρακτικές· αν όμως δεν είναι έτσι διατεθειμένοι, να μη γίνονται καθόλου δεκτοί.
Ἐπειδὴ πλανώμενοί τινες ἐκ τῆς τῶν Ἑβραίων θρησκείας, μυκτηρίζειν ἔδοξαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, προσποιούμενοι μὲν χριστιανίζειν, αὐτὸν δὲ ἀρνούμενοι κρύβδην, καὶ λαθραίως σαββατίζοντες, καὶ ἕτερα Ἰουδαϊκὰ ποιοῦντες· ὁρίζομεν τούτους, μήτε εἰς κοινωνίαν, μήτε εἰς εὐχήν, μήτε εἰς ἐκκλησίαν δέχεσθαι, ἀλλὰ φανερῶς εἶναι κατὰ τὴν ἑαυτῶν θρησκείαν Ἑβραίους, καὶ μήτε τοὺς παῖδας αὐτῶν βαπτίζειν, μήτε δοῦλον ὠνεῖσθαι, ἢ κτᾶσθαι. Εἰ δὲ ἐξ εἰλικρινοῦς πίστεως ἐπιστρέψει τις αὐτῶν, καὶ ὁμολογήσει ἐξ ὅλης καρδίας, θριαμβεύων τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἔθη καὶ πράγματα, πρὸς τὸ καὶ ἄλλους ἐλεγχθῆναι καὶ διορθώσασθαι, τοῦτον προσδέχεσθαι, καὶ βαπτίζειν, καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ, καὶ ἀσφαλίζεσθαι αὐτοὺς ἀποστῆναι τῶν Ἑβραϊκῶν ἐπιτηδευμάτων· εἰ δὲ μὴ οὕτως ἔχοιεν, μηδαμῶς αὐτοὺς προσδέχεσθαι.
Κανόνας 9 Τα συγγράμματα κατά των εικόνων πρέπει να παραδίδονται
Όλα τα παιδαριώδη αθύρματα και τα μανιώδη βακχικά παραληρήματα, τα ψευδοσυγγράμματα που γράφτηκαν κατά των σεπτών εικόνων, πρέπει να παραδοθούν στο επισκοπείο της Κωνσταντινουπόλεως, για να αποτεθούν μαζί με τα υπόλοιπα αιρετικά βιβλία. Αν όμως βρεθεί κάποιος να τα κρύβει: αν μεν είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, να καθαιρείται· αν δε είναι λαϊκός ή μοναχός, να αφορίζεται.
Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα δέον δοθῆναι τῷ ἐπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων. Εἰ δέ τις εὑρεθείη ταῦτα κρύπτων· εἰ μὲν ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.
Κανόνας 10 Οι κληρικοί δεν επιτρέπεται να εγκαταλείπουν την παροικία τους για να υπηρετούν άρχοντες
Επειδή κάποιοι από τους κληρικούς, παρακάμπτοντας την κανονική διάταξη, εγκαταλείπουν τη δική τους παροικία και τρέχουν σε άλλη παροικία, κυρίως δε σε αυτή τη θεοφύλακτη και βασιλεύουσα πόλη, και παραμένουν στην υπηρεσία αρχόντων, τελώντας τις λειτουργίες στους ευκτήριους οίκους τους: αυτοί δεν επιτρέπεται να γίνονται δεκτοί, χωρίς τη γνώμη του δικού τους επισκόπου και του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, σε οποιονδήποτε οίκο ή εκκλησία· και αν κάποιος το κάνει αυτό επιμένοντας, να καθαιρείται. Όσοι όμως το κάνουν αυτό με τη γνώση των προαναφερθέντων ιερέων, δεν τους επιτρέπεται να αναλαμβάνουν κοσμικές και βιοτικές φροντίδες, ως κάποιοι στους οποίους απαγορεύεται να το κάνουν αυτό από τους θείους κανόνες. Και αν φωραθεί κάποιος να ασκεί τη φροντίδα των λεγόμενων μειζοτέρων, ή να παύσει ή να καθαιρείται. Μάλλον λοιπόν να στρέφεται στη διδασκαλία των παιδιών και των οικετών, διαβάζοντάς τους τις θείες Γραφές· διότι γι’ αυτό του έλαχε και η ιερωσύνη.
Ἐπειδή τινες τῶν κληρικῶν, παραλογιζόμενοι τὴν κανονικὴν διάταξιν, ἀπολιπόντες τὴν ἑαυτῶν παροικίαν εἰς ἑτέραν παροικίαν ἐκτρέχουσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι πόλει, καὶ εἰς ἄρχοντας προσεδρεύουσιν, ἐν τοῖς αὐτῶν εὐκτηρίοις τὰς λειτουργίας ποιοῦντες, τούτους, χωρὶς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου καὶ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, οὐκ ἔξεστι δεχθῆναι ἐν οἱῳδήποτε οἴκῳ, ἢ ἐκκλησίᾳ· εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἐπιμένων, καθαιρείσθω. Ὅσοι δὲ μετ᾿ εἰδήσεως τῶν προλεχθέντων ἱερέων τοῦτο ποιοῦσιν, οὐκ ἔξεστιν αὐτοῖς, κοσμικὰς καὶ βιωτικὰς φροντίδας ἀναλαμβάνεσθαι, ὡς κεκωλυμένοις τοῦτο ποιεῖν παρὰ τῶν θείων κανόνων. Εἰ δέ τις φωραθείη τῶν λεγομένων μειζοτέρων τὴν φροντίδα ἐπέχων, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω. Μᾶλλον μὲν οὖν ἴτω πρὸς διδασκαλίαν τῶν τε παίδων καὶ τῶν οἰκετῶν, ἐπαναγινώσκων αὐτοῖς τὰς θείας Γραφάς· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ τὴν ἱερωσύνην ἐκληρώσατο.
Κανόνας 11 Κάθε εκκλησία και μοναστήρι πρέπει να έχει οικονόμο
Αφού είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να φυλάγουμε τους θείους κανόνες, οφείλουμε να διατηρούμε με κάθε τρόπο απαραβίαστο και εκείνον που λέει να υπάρχουν οικονόμοι σε κάθε εκκλησία. Και αν μεν κάθε μητροπολίτης καθιστά οικονόμο στην εκκλησία του, θα ήταν καλά· αν όμως όχι, ο επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως έχει άδεια, με δική του εξουσία, να διορίζει οικονόμο στην εκκλησία του μητροπολίτη αυτού. Ομοίως έχουν άδεια και οι μητροπολίτες, αν οι επίσκοποι που υπάγονται σε αυτούς δεν επιλέγουν να εγκαταστήσουν οικονόμους στις δικές τους εκκλησίες. Και το ίδιο να τηρείται και για τα μοναστήρια.
Ὑπόχρεοι ὄντες πάντες τοὺς θείους κανόνας φυλάττειν, καὶ τὸν λέγοντα, οἰκονόμους εἶναι ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ, παντὶ τρόπῳ ἀπαράτρωτον διατηρεῖν ὀφείλομεν. Καὶ εἰ μὲν ἕκαστος μητροπολίτης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ καθιστᾷ οἰκονόμον, καλῶς ἂν ἔχοι· εἰ δὲ μή γε, ἐξ αὐθεντίας ἰδίας τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπῳ ἄδειά ἐστι προχειρίζεσθαι οἰκονόμον ἐν τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ. Ὡσαύτως καὶ τοῖς μητροπολίταις, εἰ οἱ ὑπ᾿ αὐτοὺς ἐπίσκοποι οὐ προαιροῦνται οἰκονόμους ἐγκαταστῆσαι ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἐκκλησίαις· τὸ αὐτὸ δὲ φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν μοναστηρίων.
Κανόνας 12 Τα κτήματα εκκλησιών και μοναστηριών δεν επιτρέπεται να εκποιούνται
Αν βρεθεί κάποιος επίσκοπος ή ηγούμενος να εκποιεί κάποια από τα ιδιοκαλλιεργούμενα κτήματα του επισκοπείου ή του μοναστηριού σε χέρια άρχοντα, ή να τα εκχωρεί σε άλλο πρόσωπο, η εκχώρηση να είναι άκυρη, σύμφωνα με τον κανόνα των αγίων Αποστόλων που λέει: «Ο επίσκοπος να έχει τη φροντίδα όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας, και να τη διαχειρίζεται ως υπό την εποπτεία του Θεού· να μην του επιτρέπεται όμως να σφετερίζεται κάτι από αυτήν ή να χαρίζει στους δικούς του συγγενείς τα του Θεού· αν όμως είναι φτωχοί, να τους ενισχύει ως φτωχούς, αλλά να μην εκποιεί με αυτή την πρόφαση τα της Εκκλησίας». Αν όμως προφασίζονται ότι ο αγρός προκαλεί ζημία και δεν αποφέρει καμία ωφέλεια, ούτε και έτσι να παραχωρούν τον τόπο στους τοπικούς άρχοντες, αλλά σε κληρικούς ή γεωργούς. Αν όμως μεταχειριστούν πονηρή πανουργία, και αγοράσει άρχοντας τον αγρό από τον κληρικό ή τον γεωργό, και πάλι η πώληση να είναι άκυρη, και ο αγρός να αποκαθίσταται στο επισκοπείο ή στο μοναστήρι· και ο επίσκοπος ή ο ηγούμενος που το κάνει αυτό να εκδιωχθεί: ο μεν επίσκοπος από το επισκοπείο, ο δε ηγούμενος από το μοναστήρι, ως κάποιοι που σκορπίζουν κακώς όσα δεν συγκέντρωσαν.
Εἴ τις ἐπίσκοπος εὑρεθείη, ἢ ἡγούμενος, ἐκ τῶν αὐτουργίων τοῦ ἐπισκοπείου, ἢ τοῦ μοναστηρίου, ἐκποιούμενος εἰς ἀρχοντικὴν χεῖρα, ἢ ἑτέρῳ προσώπῳ ἐκδιδούς, ἄκυρον εἶναι τὴν ἔκδοσιν, κατὰ τὸν κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὸν λέγοντα· Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτὰ ὡς Θεοῦ ἐφορῶντος· μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συγγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι· εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω. Εἰ δὲ προφασίζοιντο ζημίαν ἐμποιεῖν, καὶ μηδὲν πρὸς ὄνησιν τυγχάνειν τὸν ἀγρόν, μηδ᾿ οὕτω τοῖς κατὰ τόπον ἄρχουσιν ἐκδιδόναι τὸν τόπον, ἀλλὰ κληρικοῖς ἢ γεωργοῖς. Εἰ δὲ πανουργίᾳ πονηρᾷ χρήσοιντο, καὶ ἐκ τοῦ κληρικοῦ ἢ τοῦ γεωργοῦ ὠνήσηται ἄρχων τὸν ἀγρόν, καὶ οὕτως ἄκυρον εἶναι τὴν πρᾶσιν, καὶ ἀποκαθίστασθαι τῷ ἐπισκοπείῳ, ἢ τῷ μοναστηρίῳ· καὶ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ ἡγούμενος, τοῦτο ποιῶν, ἐκδιωχθήτω· ὁ μὲν ἐπίσκοπος τοῦ ἐπισκοπείου, ὁ δὲ ἡγούμενος τοῦ μοναστηρίου· ὡς διασκορπίζοντες κακῶς, ἃ οὐ συνήγαγον.
Κανόνας 13 Τα επισκοπεία και τα μοναστήρια που αρπάχτηκαν πρέπει να αποδοθούν
Επειδή, εξαιτίας της συμφοράς που έπληξε τις εκκλησίες λόγω των αμαρτιών μας, κάποιοι ευαγείς οίκοι αρπάχτηκαν από κάποιους άνδρες, και επισκοπεία και μοναστήρια, και έγιναν κοινά καταλύματα: αν μεν όσοι τα κατέχουν επιλέγουν να τα αποδώσουν, ώστε να αποκατασταθούν όπως ήταν παλαιά, είναι καλό και σωστό· αν όμως όχι, αν μεν ανήκουν στον ιερατικό κατάλογο, προστάζουμε αυτοί να καθαιρούνται· αν δε είναι μοναχοί ή λαϊκοί, να αφορίζονται, ως κατάκριτοι από τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα· και να ταχθούν εκεί «όπου ο σκώληξ ου τελευτά, και το πυρ ου σβέννυται», επειδή εναντιώνονται στη φωνή του Κυρίου που λέει: «Μη ποιείτε τον οίκον του Πατρός μου οίκον εμπορίου».
Ἐπειδὴ διὰ τὴν γενομένην κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν συμφορὰν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, καθηρπάγησάν τινες εὐαγεῖς οἶκοι ὑπό τινων ἀνδρῶν, ἐπισκοπεῖά τε, καὶ μοναστήρια, καὶ ἐγένοντο κοινὰ καταγώγια· εἰ μὲν οἱ διακρατοῦντες ταῦτα, προαιροῦνται ἀποδιδόναι, ἵνα κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἀποκατασταθῶσιν, εὖ καὶ καλῶς ἔχει· εἰ δὲ μή γε, εἰ μὲν τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ εἰσι, τούτους καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ μοναχοί, ἢ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι· ὡς ὄντας κατακρίτους ἀπὸ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ τετάχθωσαν, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται· ὅτι τῇ τοῦ Κυρίου φωνῇ ἐναντιοῦνται, τῇ λεγούσῃ· Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.
Κανόνας 14 Κανείς να μη διαβάζει από τον άμβωνα χωρίς χειροθεσία
Ότι η ιερωσύνη διέπεται από τάξη, είναι ολοφάνερο σε όλους. Και το να διατηρούνται με ακρίβεια τα λειτουργήματα της ιερωσύνης είναι ευάρεστο στον Θεό. Επειδή λοιπόν βλέπουμε κάποιους να λαμβάνουν από νηπιακή ηλικία την κουρά του κλήρου χωρίς χειροθεσία, και να μην έχουν λάβει ακόμη χειροθεσία από επισκόπους, και να διαβάζουν στη σύναξη από τον άμβωνα, αλλά να το κάνουν αυτό αντικανονικά, παραγγέλλουμε από τώρα και στο εξής να μη γίνεται αυτό· και το ίδιο να τηρείται και για τους μοναχούς. Χειροθεσία όμως αναγνώστη έχει άδεια να κάνει κάθε ηγούμενος στο δικό του μοναστήρι και μόνο σε αυτό, εφόσον στον ίδιο τον ηγούμενο δόθηκε χειροθεσία από επίσκοπο για την προεδρία ηγουμένου, όντας δηλαδή ο ίδιος πρεσβύτερος. Ομοίως και κατά το αρχαίο έθος, οι χωρεπίσκοποι πρέπει να διορίζουν αναγνώστες με την άδεια του επισκόπου.
Ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῇ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τὰς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις, Θεῷ εὐάρεστον. Ἐπεὶ οὖν ὁρῶμεν ἐκτὸς χειροθεσίας νηπιόθεν τὴν κουρὰν τοῦ κλήρου λαμβάνοντάς τινας, μήπω δὲ παρ᾿ ἐπισκόπων χειροθεσίαν λαβόντας, καὶ ἀναγινώσκοντας ἐν τῇ συνάξει ἐπ᾿ ἄμβωνος, ἀκανονίστως δὲ τοῦτο ποιοῦντας, ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τοῦ παρόντος τοῦτο μὴ γίνεσθαι· τὸ αὐτὸ δὲ φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ μοναχῶν. Ἀναγνώστου δὲ χειροθεσίαν, ἄδειά ἐστιν ἐν ἰδίῳ μοναστηρίῳ καὶ μόνῳ, ἑκάστῳ ἡγουμένῳ ποιεῖν, εἰ αὐτῷ τῷ ἡγουμένῳ ἐπετέθη χειροθεσία παρ᾿ ἐπισκόπου πρὸς προεδρίαν ἡγουμένου, δηλονότι ὄντος αὐτοῦ πρεσβυτέρου. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος, τοὺς χωρεπισκόπους κατ᾿ ἐπιτροπὴν τοῦ ἐπισκόπου δεῖ προχειρίζεσθαι ἀναγνώστας.
Κανόνας 15 Ο κληρικός δεν επιτρέπεται να υπηρετεί σε δύο εκκλησίες
Κληρικός από τώρα και στο εξής να μην κατατάσσεται σε δύο εκκλησίες· διότι αυτό είναι ίδιον του εμπορίου και της αισχροκέρδειας, και ξένο προς την εκκλησιαστική συνήθεια. Διότι ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του Κυρίου ότι «ου δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν· ή γαρ τον ένα μισήσει, και τον έτερον αγαπήσει, ή του ενός ανθέξεται, και του ετέρου καταφρονήσει». Καθένας λοιπόν, σύμφωνα με την αποστολική φωνή, σε εκείνο στο οποίο κλήθηκε, σε αυτό οφείλει να μένει, και να υπηρετεί σε μία εκκλησία. Διότι όσα γίνονται από αισχροκέρδεια στα εκκλησιαστικά πράγματα είναι ξένα προς τον Θεό. Και για την ανάγκη αυτής της ζωής υπάρχουν διάφορα επαγγέλματα. Από αυτά λοιπόν, αν θέλει κάποιος, να πορίζεται τα αναγκαία του σώματος· διότι είπε ο Απόστολος: «Ταις χρείαις μου, και τοις ούσι μετ’ εμού, υπηρέτησαν αι χείρες αύται». Και αυτά μεν ισχύουν σε αυτή τη θεοφύλακτη πόλη· στα χωριά όμως έξω από αυτήν, εξαιτίας της έλλειψης ανθρώπων, να επιτρέπεται.
Κληρικὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος μὴ καταταττέσθω ἐν δυσὶν ἐκκλησίαις· ἐμπορίας γὰρ καὶ αἰσχροκερδείας τοῦτο ἴδιον, καὶ ἀλλότριον ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας. Ἠκούσαμεν γὰρ ἐξ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς φωνῆς, ὅτι, Οὐ δύναταί τις δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ τοῦ ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Ἕκαστος οὖν, κατὰ τὴν ἀποστολικὴν φωνήν, ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἐν τούτῳ ὀφείλει μένειν, καὶ προσεδρεύειν ἐν μιᾷ ἐκκλησίᾳ. Τὰ γὰρ δι᾿ αἰσχροκέρδειαν γινόμενα ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀλλότρια τοῦ Θεοῦ καθεστήκασι. Πρὸς δὲ τὴν τοῦ βίου τούτου χρείαν, ἐπιτηδεύματά εἰσι διάφορα. Ἐξ αὐτῶν οὖν, εἴ τις βούλοιτο, τὰ χρειώδη τοῦ σώματος ποριζέσθω· ἔφη γὰρ ὁ Ἀπόστολος, Ταῖς χρείαις μου, καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὖται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ πόλει· ἐν δὲ τοῖς ἔξω χωρίοις, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀνθρώπων, παραχωρείσθω.
Κανόνας 16 Όχι πολυτελή ενδύματα ή αρώματα για τον κλήρο
Κάθε φιλαρέσκεια και σωματικός στολισμός είναι ξένα προς την ιερατική τάξη και κατάσταση. Όσοι λοιπόν επίσκοποι ή κληρικοί στολίζουν τον εαυτό τους με λαμπρά και φανταχτερά ενδύματα, αυτοί πρέπει να διορθώνονται· και αν επιμένουν, να παραδίδονται σε επιτίμιο· ομοίως και όσοι αλείφονται με αρώματα. Και επειδή ρίζα πικρίας που αναφύεται έχει γίνει μίασμα για την καθολική Εκκλησία, η αίρεση των χριστιανοκατηγόρων, και όσοι τη δέχτηκαν όχι μόνο βδελύχθηκαν τις εικονικές απεικονίσεις, αλλά και απώθησαν κάθε ευλάβεια, δυσανασχετώντας με όσους ζουν σεμνά και ευσεβώς, και έχει εκπληρωθεί σε αυτούς αυτό που είναι γραμμένο: «Βδέλυγμα αμαρτωλώ θεοσέβεια»· αν λοιπόν βρεθούν κάποιοι να περιγελούν όσους φορούν λιτή και σεμνή ενδυμασία, να διορθώνονται με επιτίμιο. Διότι από τους παλαιότατους χρόνους κάθε ιερατικός άνδρας ζούσε με μετρημένη και σεμνή ενδυμασία. Διότι καθετί που χρησιμοποιείται όχι για ανάγκη αλλά για καλλωπισμό επισύρει την κατηγορία της επίδειξης, όπως είπε ο Μέγας Βασίλειος. Αλλά ούτε ντύνονταν με κεντημένο ένδυμα από μεταξωτά υφάσματα, ούτε πρόσθεταν κάποια ετερόχρωμα ρέλια στις άκρες των ενδυμάτων τους. Διότι είχαν ακούσει από τη θεόφθογγη γλώσσα ότι «οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν».
Πᾶσα βλακεία, καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαί εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἑαυτοὺς κοσμοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, δι᾿ ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δ᾿ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς τὰ μύρα χριομένους. Ἐπεὶ δὲ ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα, μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις, καὶ οἱ ταύτην δεξάμενοι, οὐ μόνον τὰς εἰκονικὰς ἀναζωγραφήσεις ἐβδελύξαντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐλάβειαν ἀπώσαντο, τοῖς σεμνῶς καὶ εὐσεβῶς βιοῦσι προσοχθίζοντες· καὶ πεπλήρωται ἐπ᾿ αὐτοῖς τὸ γεγραμμένον· Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια· εἰ εὑρεθῶσι τοίνυν τινὲς ἐγγελῶντες τοῖς τὴν εὐτελῆ καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν περικειμένοις, δι᾿ ἐπιτιμίου διορθούσθωσαν. Ἐκ γὰρ τῶν ἄνωθεν χρόνων, πᾶς ἱερατικὸς ἀνὴρ μετὰ μετρίας καὶ σεμνῆς ἀμφιάσεως ἐπολιτεύετο. Πᾶν γὰρ ὃ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων πεποικιλμένην ἐσθῆτα ἐνεδέδυντο, οὐδέ τινα προσετίθεσαν ἑτερόχροα ἐπιβλήματα ἐν τοῖς ἄκροις τῶν ἱματίων. Ἤκουσαν γὰρ ἐκ τῆς θεοφθόγγου γλώσσης, ὅτι οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.
Κανόνας 17 Να μην αρχίζει η ανέγερση ευκτήριου οίκου χωρίς τα μέσα για την ολοκλήρωσή του
Κάποιοι από τους μοναχούς, εγκαταλείποντας τα μοναστήριά τους, ως επιθυμώντας να άρχουν και απαξιώντας να υπακούουν, επιχειρούν να κτίζουν ευκτήριους οίκους, χωρίς να έχουν τα αναγκαία για την ολοκλήρωσή τους. Αν λοιπόν κάποιος επιχειρήσει να το κάνει αυτό, να εμποδίζεται από τον επίσκοπο του τόπου· αν όμως έχει τα αναγκαία για την ολοκλήρωση, όσα σχεδίασε να φέρονται σε πέρας. Και το ίδιο να τηρείται και για τους λαϊκούς και τους κληρικούς.
Τινὲς τῶν μοναχῶν καταλιπόντες τὰ ἑαυτῶν μοναστήρια, ὡς ἐφιέμενοι τοῦ ἄρχειν, καὶ τὸ ὑπακούειν ἀπαναινόμενοι, ἐγχειροῦσι κτίζειν εὐκτηρίους οἴκους, τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν μὴ ἔχοντες. Εἴ τις οὖν τοῦτο ἐπιχειρήσοι ποιεῖν, κωλυέσθω ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου· εἰ δὲ τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν ἔχοι, τὰ βεβουλευμένα αὐτῷ εἰς πέρας ἀγέσθωσαν. Τὸ αὐτὸ δὲ φυλαττέσθω καὶ ἐπὶ λαϊκῶν, καὶ κληρικῶν.
Κανόνας 18 Να μη διαμένουν γυναίκες σε επισκοπεία ή μοναστήρια
«Απρόσκοποι γίνεσθε και τοις έξωθεν», λέει ο θείος Απόστολος. Το να διαμένουν όμως γυναίκες σε επισκοπεία ή μοναστήρια είναι αιτία κάθε προσκόμματος. Αν λοιπόν κάποιος φωραθεί να έχει δούλη ή ελεύθερη γυναίκα σε επισκοπείο ή σε μοναστήρι για να αναλάβει κάποια υπηρεσία, να υποβάλλεται σε επιτίμιο· και αν επιμένει, να καθαιρείται. Αν όμως συμβεί να υπάρχουν γυναίκες στα προαστιακά κτήματα, και θελήσει επίσκοπος ή ηγούμενος να κάνει το ταξίδι εκεί, όσο είναι παρών ο επίσκοπος ή ο ηγούμενος, καμία γυναίκα να μην αναλαμβάνει καθόλου υπηρεσία εκείνον τον καιρό, αλλά να μένει χωριστά σε άλλο μέρος, ώσπου να κάνει ο επίσκοπος την επιστροφή του, για χάρη του ανεπίληπτου.
Ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ τοῖς ἔξωθεν, φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Τὸ δὲ γυναῖκας ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν ἐπισκοπείοις, ἢ μοναστηρίοις, παντὸς προσκόμματος αἴτιον. Εἴ τις οὖν δούλην, ἢ ἐλευθέραν ἐν ἐπισκοπείῳ κτώμενος φωραθείη, ἢ ἐν μοναστηρίῳ, πρὸς ἐγχείρησιν διακονίας τινός, ἐπιτιμάσθω· ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ καὶ τύχοι ἐν προαστείοις γυναῖκας εἶναι, καὶ θελήσοι ἐπίσκοπος, ἢ ἡγούμενος, πορείαν τὴν ἐκεῖσε ποιήσασθαι, παρόντος ἐπισκόπου, ἢ ἡγουμένου, μηδόλως ἐγχείρησιν διακονίας ποιείσθω κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν γυνή, ἀλλ᾿ ἰδιαζέτω ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἕως ἂν τὴν ἐπαναχώρησιν ποιήσηται ὁ ἐπίσκοπος, διὰ τὸ ἀνεπίληπτον.
Κανόνας 19 Καμία πληρωμή για εισδοχή στον κλήρο ή σε μοναστήρι
Τόσο πολύ εξαπλώθηκε το μίασμα της φιλαργυρίας στους ηγέτες των εκκλησιών, ώστε και κάποιοι από τους λεγόμενους ευλαβείς, άνδρες και γυναίκες, λησμονώντας την εντολή του Κυρίου, να εξαπατηθούν και να κάνουν έναντι χρυσίου τις εισδοχές όσων προσέρχονται στο ιερατικό τάγμα και στον μονήρη βίο. Και συμβαίνει, όπου η αρχή είναι αδόκιμη, να είναι απόβλητο και το σύνολο, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος· διότι δεν επιτρέπεται να δουλεύει κανείς στον Θεό και στον μαμωνά. Αν λοιπόν βρεθεί κάποιος να το κάνει αυτό, αν μεν είναι επίσκοπος ή ηγούμενος ή κάποιος από το ιερατικό τάγμα, ή να παύσει ή να καθαιρείται, σύμφωνα με τον δεύτερο κανόνα της αγίας συνόδου της Χαλκηδόνας· αν δε είναι ηγουμένη, να εκδιωχθεί από το μοναστήρι και να παραδοθεί σε άλλο μοναστήρι για υποταγή· ομοίως και ηγούμενος που δεν έχει χειροτονία πρεσβυτέρου. Για όσα όμως έχουν δοθεί από γονείς στα παιδιά τους ως προικώα, ή για τα ιδιόκτητα πράγματά τους, που προσφέρονται, ενώ όσοι τα προσφέρουν ομολογούν ότι αυτά είναι αφιερωμένα στον Θεό, ορίσαμε, είτε μείνει είτε φύγει, να μένουν αυτά στο μοναστήρι σύμφωνα με την υπόσχεσή του, εκτός αν αίτιος είναι ο προεστώς.
Τοσοῦτον κατενεμήθη τῆς φιλαργυρίας τὸ μῦσος εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν ἐκκλησιῶν, ὥστε καί τινας τῶν λεγομένων εὐλαβῶν ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ἐπιλαθομένους τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, ἐξαπατηθῆναι, καὶ διὰ χρυσίου τὰς εἰσδοχὰς τῶν προσερχομένων τῷ ἱερατικῷ τάγματι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ, ποιεῖσθαι. Καὶ γίνεται, ὧν ἡ ἀρχὴ ἀδόκιμος, καὶ τὸ πᾶν ἀπόβλητον, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος· Οὐδὲ γὰρ Θεῷ, καὶ μαμωνᾷ δουλεύειν ἔξεστιν. Εἴ τις οὖν εὑρεθῇ τοῦτο ποιῶν, εἰ μὲν ἐπίσκοπός ἐστιν, ἢ ἡγούμενος, ἤ τις τοῦ ἱερατικοῦ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω, κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συνόδου. Εἰ δὲ ἡγουμένη, ἐκδιωχθήτω τοῦ μοναστηρίου, καὶ παραδοθήτω ἐν ἑτέρῳ μοναστηρίῳ πρὸς ὑποταγήν. Ὡσαύτως καὶ ἡγούμενος, μὴ ἔχων χειροτονίαν πρεσβυτέρου. Ἐπὶ δὲ τῶν παρὰ γονέων παραδεδομένων δίκην προικῴων τοῖς τέκνοις, ἢ ἰδιοκτήτων αὐτῶν πραγμάτων, προσαγομένων, ὁμολογούντων τῶν προσαγόντων ταῦτα εἶναι ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ, ὡρίσαμεν, κἄν τε μείνῃ, κἄν τε ἐξέλθῃ, μένειν αὐτὰ ἐν τῷ μοναστηρίῳ, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ, εἰ μὴ εἴη αἰτία τοῦ προεστῶτος.
Κανόνας 20 Να μην ιδρύονται νέα διπλά μοναστήρια
Από τώρα και στο εξής ορίζουμε να μη γίνεται διπλό μοναστήρι, επειδή αυτό γίνεται σκάνδαλο και πρόσκομμα στους πολλούς. Αν όμως κάποιοι επιλέγουν να αποταχθούν μαζί με συγγενείς και να ακολουθήσουν τον μονήρη βίο, οι μεν άνδρες πρέπει να πηγαίνουν σε ανδρικό μοναστήρι, οι δε γυναίκες να εισέρχονται σε γυναικείο μοναστήρι· διότι σε αυτό ευαρεστείται ο Θεός. Όσα όμως είναι διπλά μέχρι τώρα, να εξακολουθούν σύμφωνα με τον κανόνα του αγίου Πατέρα μας Βασιλείου, και σύμφωνα με τη διάταξή του να ρυθμίζονται έτσι: Να μη διαμένουν σε ένα μοναστήρι μοναχοί και μοναχές· διότι η μοιχεία παρεμβαίνει στη συμβίωση. Να μην έχει μοναχός την ελευθερία να συνομιλεί ιδιαιτέρως με μοναχή, ή μοναχή με μοναχό· ούτε να κοιμάται μοναχός σε γυναικείο μοναστήρι· ούτε να τρώει μοναχή μαζί του κατά μόνας. Και όταν τα αναγκαία της ζωής μεταφέρονται από το ανδρικό τμήμα στις κανονικές μοναχές, να τα παραλαμβάνει έξω από την πύλη η ηγουμένη του γυναικείου μοναστηριού μαζί με κάποια γηραιά μοναχή. Αν όμως συμβεί να θέλει ένας μοναχός να δει κάποια συγγενή, με την παρουσία της ηγουμένης να συνομιλεί μαζί της με λίγα και σύντομα λόγια, και να αποχωρεί γρήγορα από κοντά της.
Ἀπὸ τοῦ παρόντος ὁρίζομεν, μὴ γίνεσθαι διπλοῦν μοναστήριον, ὅτι σκάνδαλον καὶ πρόσκομμα τοῖς πολλοῖς γίνεται τοῦτο. Εἰ δέ τινες μετὰ συγγενῶν προαιροῦνται ἀποτάξασθαι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ κατακολουθεῖν, τοὺς μὲν ἄνδρας δεῖ ἀπιέναι εἰς ἀνδρῷον μοναστήριον, τὰς δὲ γυναῖκας εἰσιέναι ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ· ἐπὶ τούτῳ γὰρ εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Τὰ δὲ ὄντα ἕως τοῦ νῦν διπλᾶ κρατείτωσαν, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου, καὶ κατὰ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, οὕτω διατυπούσθωσαν· Μὴ διαιτάσθωσαν δὲ ἐν ἑνὶ μοναστηρίῳ μοναχοί, καὶ μονάστριαι· μοιχεία γὰρ μεσολαβεῖ τὴν συνδιαίτησιν. Μὴ ἐχέτω μοναχὸς παῤῥησίαν πρὸς μονάστριαν, ἢ μονάστρια πρὸς μοναχόν, ἰδίᾳ προσομιλεῖν· μηδὲ κοιταζέσθω μοναχὸς ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ· μηδὲ συνεσθιέτω μονάστρια κατὰ μόνας. Καὶ ὅτε τὰ ἀναγκαῖα τοῦ βίου παρὰ τοῦ ἀνδρῴου μέρους πρὸς τὰς κανονικὰς ἀποκομίζονται, ἔξωθεν τῆς πύλης ταῦτα λαμβανέτω ἡ ἡγουμένη τοῦ γυναικείου μοναστηρίου, μετὰ γραός τινος μοναστρίας. Εἰ δὲ συμβῇ, συγγενῆ τινὰ ἐθέλειν θεάσασθαι μοναχόν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης, ταύτῃ προσομιλείτω διὰ μικρῶν καὶ βραχέων λόγων, καὶ συντόμως ἐξ αὐτῆς ὑπαναχωρείτω.
Κανόνας 21 Ο μοναχός δεν επιτρέπεται να μετακινείται σε άλλο μοναστήρι
Δεν πρέπει μοναχός ή μοναχή να εγκαταλείπει τη δική του μονή και να πηγαίνει σε άλλη. Αν όμως συμβεί αυτό, είναι αναγκαίο να του παρέχεται φιλοξενία· δεν αρμόζει όμως να γίνεται δεκτός χωρίς τη γνώμη του ηγουμένου του.
Οὐ δεῖ μοναχόν, ἢ μονάστριαν, καταλιμπάνειν τὴν οἰκείαν μονήν, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ἀπέρχεσθαι. Εἰ δὲ συμβῇ τοῦτο, ξενοδοχεῖσθαι αὐτόν, ἀναγκαῖον· προσλαμβάνεσθαι δὲ ἄνευ γνώμης τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, οὐ προσήκει.
Κανόνας 22 Για τη συνεστίαση με γυναίκες, για λαϊκούς, μοναχούς και κληρικούς
Το να αναθέτει κανείς τα πάντα στον Θεό, και να μη δουλώνεται στα δικά του θελήματα, είναι μεγάλο πράγμα. Διότι «είτε εσθίετε, είτε πίνετε», λέει ο θείος Απόστολος, «πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Και ο Χριστός, ο Θεός μας, στα Ευαγγέλιά του έχει προστάξει να αποκόπτονται οι αρχές των αμαρτημάτων· διότι δεν τιμωρείται από αυτόν μόνο η μοιχεία, αλλά έχει καταδικαστεί και η κίνηση του λογισμού προς το εγχείρημα της μοιχείας, καθώς λέει: «Ο εμβλέψας γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτής, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού». Διδαγμένοι λοιπόν από εδώ, οφείλουμε να καταρρίπτουμε τους λογισμούς. Διότι, «ει και πάντα έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει», όπως διδασκόμαστε από την αποστολική φωνή. Είναι λοιπόν αναγκαίο για κάθε άνθρωπο να τρώει για να ζει. Και για όσους μεν ο βίος είναι βίος γάμου και τέκνων και λαϊκής κατάστασης, το να τρώνε μαζί άνδρες και γυναίκες είναι από τα αδιάβλητα, αρκεί να προσφέρουν την ευχαριστία σε εκείνον που δίνει την τροφή· όχι με κάποιες θεατρικές πρακτικές, δηλαδή σατανικά άσματα και κιθάρες και πορνικά λυγίσματα, εναντίον των οποίων έρχεται η προφητική κατάρα που λέει έτσι: «Ουαί οι μετά κιθάρας, και ψαλτηρίου, τον οίνον πίνοντες, τα δε έργα Κυρίου ουκ εμβλέπουσι, και τα έργα των χειρών αυτού ου κατανοούσι». Και αν ποτέ υπάρξουν τέτοιοι ανάμεσα στους Χριστιανούς, να διορθώνονται· αν όμως όχι, να ισχύουν γι’ αυτούς όσα εκτέθηκαν κανονικά από εκείνους που ήταν πριν από εμάς. Για όσους όμως ο βίος είναι ησύχιος και μοναχικός, εκείνος που δεσμεύτηκε στον Κύριο τον Θεό να σηκώσει μονήρη ζυγό θα καθίσει κατά μόνας και θα σιωπήσει. Αλλά και για όσους διάλεξαν τον ιερατικό βίο, δεν επιτρέπεται καθόλου να τρώνε κατ’ ιδίαν μαζί με γυναίκες, εκτός ίσως μαζί με κάποιους θεοφοβούμενους και ευλαβείς άνδρες και γυναίκες, ώστε και η ίδια η συνεστίαση να οδηγεί σε πνευματική οικοδομή. Και το ίδιο να κάνει και με τους συγγενείς. Αν όμως πάλι συμβεί σε οδοιπορία μοναχός ή ιερατικός άνδρας να μην έχει μαζί του τα αναγκαία για τις ανάγκες του, και θέλει, λόγω της ανάγκης, να καταλύσει είτε σε πανδοχείο είτε στο σπίτι κάποιου, να έχει άδεια να το κάνει αυτό, αφού η ανάγκη πιέζει, μόνο με ευλάβεια.
Θεῷ μὲν τὸ πᾶν ἀνατίθεσθαι, καὶ οὐ τοῖς ἰδίοις θελήμασι δουλοῦσθαι, μέγα χρῆμα τυγχάνει. Εἴτε γὰρ ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, ὁ θεῖος Ἀπόστολός φησι, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Χριστὸς δὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις αὐτοῦ, τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων ἐκκόπτειν προστέταχεν· οὐ γὰρ ἡ μοιχεία μόνον παρ᾿ αὐτοῦ κολάζεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κίνησις τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὴν τῆς μοιχείας ἐγχείρησιν κατακέκριται· λέγοντος αὐτοῦ· Ὁ ἐμβλέψας γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Ἔνθεν οὖν μαθητευθέντες, λογισμοὺς ὀφείλομεν καθαιρεῖν. Εἰ γὰρ καὶ πάντα ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει, ὡς ἐξ ἀποστολικῆς φωνῆς διδασκόμεθα. Ἐπανάγκες οὖν ἐστι παντὶ ἀνδρὶ διὰ τὸ ζῇν ἐσθίειν. Καὶ οἷς μὲν ὁ βίος ἐστὶ γάμου, καὶ τέκνων, καὶ λαϊκῆς διαθέσεως, ἀναμὶξ ἐσθίειν ἄνδρας καὶ γυναῖκας, τῶν ἀδιαβλήτων ἐστί, μόνον τῷ διδόντι τροφὴν τὴν εὐχαριστίαν προσάγοντας· μὴ μετά τινων θυμελικῶν ἐπιτηδευμάτων, εἴτουν σατανικῶν ᾀσμάτων, κιθαρῶν τε, καὶ πορνικῶν λυγισμάτων, οἷς ἐπέρχεται ἡ προφητικὴ ἀρά, οὑτωσὶ λέγουσα· Οὐαὶ οἱ μετὰ κιθάρας, καὶ ψαλτηρίου, τὸν οἶνον πίνοντες, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι. Καὶ εἴπου ποτὲ εἶεν τοιοῦτοι ἐν τοῖς Χριστιανοῖς, διορθούσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, κρατείτωσαν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν κανονικῶς ἐκτεθέντα. Οἷς δὲ ὁ βίος ἐστὶν ἡσύχιος καὶ μονότροπος, ὁ συνταξάμενος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ζυγὸν μονήρη ἆραι, καθίσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσει. Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῖς ἱερατικὸν ἐκλεξαμένοις βίον, οὐδόλως ἔξεστι κατ᾿ ἰδίαν γυναιξὶ συνεσθίειν, εἰ μή που μετά τινων θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν, καὶ γυναικῶν· ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ. Καὶ ἐπὶ συγγενῶν δὲ τὸ αὐτὸ ποιείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἐν ὁδοιπορίᾳ συμβῇ τὰ τῆς ἀναγκαίας χρείας μὴ ἐπιφέρεσθαι μοναχόν, ἢ ἱερατικὸν ἄνδρα, καὶ διὰ τὸ ἀναγκαῖον καταλῦσαι βούλεται, εἴτε ἐν πανδοχείῳ, εἴτε ἐν οἴκῳ τινός, ἄδειαν ἔχειν αὐτὸν τοῦτο ποιεῖν, ὡς τῆς χρείας κατεπειγούσης, μόνον μετ᾿ εὐλαβείας.
Απόδοση στη νέα ελληνική: του ίδιου του ιστότοπου, από το πρωτότυπο που βρίσκεται δίπλα. Πρωτότυπο: το κείμενο του Πηδαλίου, όπως μεταγράφηκε στο users.uoa.gr/~nektar και διορθώθηκε εδώ. Σχετικά με αυτά τα κείμενα.