Οι Ιεροί Κανόνες Β΄ Οικουμενική Κανόνας 6
Κανόνας 6 Ποιοι μπορούν να κατηγορήσουν επίσκοπο
Κανόνες τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Β´ Συνόδου
Β΄ Οικουμενική Σύνοδος · Κωνσταντινούπολη, 381 · συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Μέγα Θεοδόσιο · Β΄ Οικουμενική Σύνοδος (Κωνσταντινούπολη, 381) στον χάρτη
Επειδή πολλοί, θέλοντας να συγχύσουν και να ανατρέψουν την εκκλησιαστική ευταξία, πλάθουν εχθρικά και συκοφαντικά κάποιες αιτιάσεις εναντίον των ορθόδοξων επισκόπων που διαχειρίζονται τις εκκλησίες, επιχειρώντας τίποτε άλλο παρά να κηλιδώσουν τις υπολήψεις των ιερέων και να μηχανευτούν ταραχές στους ειρηνικούς λαούς· γι’ αυτό φάνηκε αρεστό στην αγία σύνοδο των επισκόπων που συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη να μη γίνονται δεκτοί χωρίς εξέταση οι κατήγοροι, ούτε να επιτρέπεται σε όλους να κάνουν κατηγορίες εναντίον όσων διαχειρίζονται τις εκκλησίες, ούτε όμως και να αποκλείονται όλοι. Αλλά αν κάποιος προβάλει εναντίον του επισκόπου κάποια δική του μομφή, δηλαδή ιδιωτική, ως κάποιος που ζημιώθηκε ή έπαθε από αυτόν κάτι άλλο άδικο, στις τέτοιες κατηγορίες να μην εξετάζεται ούτε το πρόσωπο του κατηγόρου ούτε η θρησκεία του. Γιατί πρέπει με κάθε τρόπο και η συνείδηση του επισκόπου να είναι ελεύθερη, και εκείνος που λέει ότι αδικείται, όποιας θρησκείας κι αν είναι, να βρίσκει δικαιοσύνη. Αν όμως η αιτίαση που αποδίδεται στον επίσκοπο είναι εκκλησιαστική, τότε πρέπει να ελέγχονται τα πρόσωπα των κατηγόρων· ώστε, πρώτα, να μην επιτρέπεται σε αιρετικούς να κάνουν κατηγορίες εναντίον των ορθόδοξων επισκόπων για εκκλησιαστικά ζητήματα. Αιρετικούς δε ονομάζουμε και όσους αποκηρύχθηκαν από παλιά από την Εκκλησία και όσους αναθεματίστηκαν αργότερα από εμάς· και επιπλέον και όσους προσποιούνται ότι ομολογούν την υγιή πίστη, αποσχίστηκαν όμως και συγκροτούν συνάξεις αντίθετες προς τους κανονικούς επισκόπους μας. Έπειτα, αν κάποιοι από όσους ανήκουν στην Εκκλησία έχουν καταδικαστεί προηγουμένως για κάποιες αιτίες και έχουν αποβληθεί ή είναι ακοινώνητοι, είτε από τον κλήρο είτε από το λαϊκό τάγμα, ούτε σε αυτούς να επιτρέπεται να κατηγορούν επίσκοπο, προτού απαλλαγούν πρώτα από τη δική τους αιτίαση. Ομοίως και όσοι βρίσκονται υπό προηγούμενη κατηγορία να μη γίνονται δεκτοί για κατηγορία επισκόπου ή άλλων κληρικών, προτού αποδείξουν τους εαυτούς τους αθώους για τις αιτιάσεις που τους αποδόθηκαν. Αν όμως κάποιοι δεν είναι ούτε αιρετικοί ούτε ακοινώνητοι ούτε καταδικασμένοι ή προηγουμένως κατηγορημένοι για κάποια πλημμελήματα, λένε όμως ότι έχουν κάποια εκκλησιαστική κατηγορία εναντίον του επισκόπου, αυτούς η αγία σύνοδος τους διατάζει πρώτα να υποβάλλουν τις κατηγορίες ενώπιον όλων των επισκόπων της επαρχίας και ενώπιόν τους να αποδεικνύουν τις αιτιάσεις κατά του επισκόπου που κατηγορείται· αν όμως συμβεί να αδυνατούν οι επίσκοποι της επαρχίας να διορθώσουν τις αιτιάσεις που αποδίδονται στον επίσκοπο, τότε αυτοί να προσφεύγουν σε μεγαλύτερη σύνοδο, των επισκόπων εκείνης της διοίκησης, που συγκαλούνται για την αιτία αυτή· και να μην υποβάλλουν την κατηγορία προτού δεσμευτούν εγγράφως να υποστούν οι ίδιοι ίση ποινή, αν κατά τη διαδικασία αποδειχθεί ότι συκοφαντούν τον κατηγορούμενο επίσκοπο. Αν όμως κάποιος, περιφρονώντας όσα αποφασίστηκαν σύμφωνα με όσα δηλώθηκαν παραπάνω, τολμήσει είτε να ενοχλήσει τα αυτοκρατορικά αυτιά είτε τα δικαστήρια των κοσμικών αρχόντων είτε να ταράξει οικουμενική σύνοδο, αφού ατίμασε όλους τους επισκόπους της διοίκησης, ο τέτοιος να μη γίνεται καθόλου δεκτός για κατηγορία, ως κάποιος που καθύβρισε τους κανόνες και λυμάνθηκε την εκκλησιαστική ευταξία.
Ἐπειδὴ πολλοὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν συγχεῖν καὶ ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καὶ συκοφαντικῶς αἰτίας τινὰς κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδὲν ἕτερον, ἢ χραίνειν τὰς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καὶ ταραχὰς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες· τούτου ἕνεκεν ἤρεσε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων ἐπισκόπων, μὴ ἀνεξετάστως προσίεσθαι τοὺς κατηγόρους, μηδὲ πᾶσιν ἐπιτρέπειν τὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας, μηδὲ μὴν πάντας ἀποκλείειν. Ἀλλ᾿ εἰ μέν τις οἰκείαν τινὰ μέμψιν, τουτέστιν ἰδιωτικήν, ἐπαγάγοι τῷ ἐπισκόπῳ ὡς πλεονεκτηθείς, ἢ ἄλλο τι παρὰ τὸ δίκαιον παρ᾿ αὐτοῦ πεπονθώς, ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μὴ ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τὴν θρησκείαν. Χρὴ γὰρ παντὶ τρόπῳ, τό τε συνειδὸς τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καὶ τὸν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἂν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Εἰ δὲ ἐκκλησιαστικὸν εἴη τὸ ἐπιφερόμενον ἔγκλημα τῷ ἐπισκόπῳ, τότε δοκιμάζεσθαι χρὴ τῶν κατηγορούντων τὰ πρόσωπα· ἵνα, πρῶτον μὲν αἱρετικοῖς μὴ ἐξῇ κατηγορίας κατὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι. Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾿ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις. Ἔπειτα δέ, καὶ εἴ τινες τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ αἰτίαις τισὶ προκατεγνωσμένοι εἶεν καὶ ἀποβεβλημένοι, ἢ ἀκοινώνητοι, εἴτε ἀπὸ κλήρου, εἴτε ἀπὸ λαϊκοῦ τάγματος, μηδὲ τούτοις ἐξεῖναι κατηγορεῖν ἐπισκόπου, πρὶν ἂν τὸ οἰκεῖον ἔγκλημα πρότερον ἀποδύσωνται. Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μὴ πρότερον εἶναι δεκτοὺς εἰς ἐπισκόπου κατηγορίαν, ἢ ἑτέρων κληρικῶν, πρὶν ἂν ἀθώους ἑαυτοὺς τῶν ἐπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδείξωσιν ἐγκλημάτων. Εἰ μέντοι τινὲς μήτε αἱρετικοί, μήτε ἀκοινώνητοι εἶεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ἢ προκατηγορημένοι ἐπί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δὲ ἔχειν τινὰ ἐκκλησιαστικὴν κατὰ τοῦ ἐπισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει ἡ ἁγία σύνοδος, πρῶτον μὲν ἐπὶ τῶν τῆς ἐπαρχίας πάντων ἐπισκόπων ἐνίστασθαι τὰς κατηγορίας, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐλέγχειν τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἐν αἰτίαις τισὶν ἐπισκόπου· εἰ δὲ συμβαίη ἀδυνατῆσαι τοὺς ἐπαρχιώτας πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐπιφερομένων ἐγκλημάτων τῷ ἐπισκόπῳ, τότε αὐτοὺς προσιέναι μείζονι συνόδῳ, τῶν τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἐπισκόπων ὑπὲρ τῆς αἰτίας ταύτης συγκαλουμένων· καὶ μὴ πρότερον ἐνίστασθαι τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἐγγράφως αὐτοὺς τὸν ἴσον ἑαυτοῖς ἐπιτιμήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων τάξει συκοφαντοῦντες τὸν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν. Εἰ δέ τις καταφρονήσας τῶν κατὰ τὰ προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ἢ βασιλικὰς ἐνοχλεῖν ἀκοάς, ἢ κοσμικῶν ἀρχόντων δικαστήρια, ἢ οἰκουμενικὴν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ἀτιμάσας τοὺς τῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὸν τοιοῦτον τὸ παράπαν εἰς κατηγορίαν μὴ εἶναι δεκτόν, ὡς καθυβρίσαντα τοὺς κανόνας, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν λυμηνάμενον εὐταξίαν.
Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, οι κανόνες
Απόδοση στη νέα ελληνική: του ίδιου του ιστότοπου, από το πρωτότυπο που βρίσκεται δίπλα. Πρωτότυπο: το κείμενο του Πηδαλίου, όπως μεταγράφηκε στο users.uoa.gr/~nektar και διορθώθηκε εδώ. Σχετικά με αυτά τα κείμενα.